ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Αναγόρευση του κυρίου Μιχαήλ Βηλαρά
Προέδρου Τμήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
ως επιτίμου διδάκτορος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

24 Μαΐου 2017, ημέρα Τετάρτη και ώρα 19.00
Μεγάλη Αίθουσα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
... διαβάστε περισσότερα


ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΛΟΓΩΝ         

Παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του νέου Πτωχευτικού Κώδικα

Βασικός γνώμονας για την αναθεώρηση των διατάξεων του Πτωχευτικού Δικαίου –που συντάχθηκε με βάση τα πρότυπα των πλέον προηγμένων αντίστοιχων κωδίκων των ευρωπαϊκών κρατών χωρίς να αγνοείται και η μακρά νομική μας παράδοση- ήταν να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στις επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν, κατάλληλα αναδιοργανωμένες να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους.

σύγχρονη τάση στο Πτωχευτικό Δίκαιο είναι να δίνεται μία δεύτερη ευκαιρία στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν αδυναμία αντιμετώπισης των υποχρεώσεων προς τους πιστωτές τους. Ταυτόχρονα κρίνεται απαραίτητο και σε επίπεδο ΕΕ να ληφθεί δέσμη μέτρων στο πλαίσιο της διευκόλυνσης των επιχειρηματιών για ένα δεύτερο ξεκίνημα ύστερα από μία πτώχευση. Σε κοινοτικό επίπεδο εκτιμάται ότι θα είναι απαραίτητη η εξεύρεση περισσότερων κανονιστικών λύσεων για αφερέγγυες αλλά βιώσιμες επιχειρήσεις καθώς και για την ελάφρυνση των χρηματικών ποινών για μια έντιμη πτώχευση.

Με τις διατάξεις του Νέου Πτωχευτικού Κώδικα (Ν.3588/2007) μεταξύ άλλων:
  • Εκσυχρονίζονται οι κρίσιμες και θεμελιώδεις έννοιες της πτωχευτικής νομοθεσίας.
  • Εισάγεται για πρώτη φορά πέρα από την παραδοσιακή πτώχευση, και η επιδίωξη της διατήρησης της πτωχεύουσας επιχείρησης στη ζωή, κατά τα πρότυπα των ξένων νομοθεσιών.
  • Προβλέπεται διαδικασία αναδιοργάνωσης της υπό πτώχευση επιχείρησης για τη διάσωση και αξιοποίησή της με αποτέλεσμα εφενός την ελαχιστοποίηση της απώλειας θέσεων εργασίας και βιώσιμων επιχειρήσεων και αφετέρου τη μεγιστοποίηση της ικανοποίησης των πιστωτών.
  • Το Σχέδιο Αναδιοργάνωσης προσπαθεί να «ανανεώσει» τον θεσμό του πτωχευτικού συμβιβασμού, διακρίνοντας τους πιστωτές σε κατηγορίες και προβλέποντας σαφέστερη διαδικασία.
  • Δεν αποτελεί πλέον ποινικό αδίκημα η απλή χρεωκοπία στις συνήθεις μορφές της. Προβλέπονται, αντίθετα, αυστηρές κυρώσεις για τη δόλια χρεωκοπία.
  • Ο οφειλέτης που πτώχευσε, παύει να στερείται του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
  • Καταργείται η προσωπική κράτηση του καλόπιστου οφειλέτη.
  • Με τον προβλεπόμενο μηχανικό της διαδικασίας συνδιαλλαγής με τους πιστωτές –πάντοτε υπό δικαστική εποπτεία- αποθαρρύνεται η κήρυξη της πτώχευσης.
  • Σημαντική αλλαγή είναι ο περιορισμός πολλών γενικών προνομίων, κυρίως ως προς τον χρόνο που καλύπτουν «οι προνομιακοί»  πιστωτές, δηλαδή, εκείνοι που έχουν προβάδισμα έναντι των υπολοίπων πιστωτών.
  • Στον οφειλέτη μπορεί πλέον κατά τη διάρκεια της πτώχευσης να του επιτραπεί να ασκεί τη διοίκηση της επιχείρησής του.
  • Εισάγονται ταχύτατες και διαφανείς διαδικασίες ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη με στόχο τον αποκλεισμό των εικονικών αγοραστών που λυμαίνονται τις εκποιήσεις των πτωχεύσεων.
  • Απλουστεύεται η διαδικασία των μικροπτωχεύσεων, δηλαδή αυτών –που είναι και το μεγαλύτερο ποσοστό- οι οποίες δεν υπερβαίνουν το ποσό των 100.000 ευρώ.
  • Οι συνέπειες της πτώχευσης (π.χ. διατήρηση αναγραφής της κατάστασης πτώχευσης στο Μητρώο) δεν βαρύνει πλέον τον οφειλέτη και μετά την αποκατάστασή του.
  • Δημιουργείται «επιτροπή πιστωτών», η οποία θα επιβλέπει την όλη διαδικασία της πτώχευσης και τίθεται χρονικός περιορισμός στη διάρκεια της πτώχευσης.

Θα ήταν σκόπιμο όμως μία περιληπτική καταγραφή κάποιων σκέψεων που απετέλεσαν και την αιτιολογία της μειοψηφίας μου ως προς την απόφαση της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (της οποίας είχα την τιμή να είμαι μέλος) να εισηγηθεί την κατάργηση κάθε νομικού πλαισίου συμβιβασμού υπερχρεωμένων επιχειρήσεων εκτός και ανεξαρτήτως της διαδικασίας πτώχευσης, περιορίζοντας τη σχετική δυνατότητα στο προστάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας –και αυτό κατά τρόπο κατά την ταπεινή μου άποψη- αλυσιτελή και ανεπαρκή.

διαδικασία Συνδιαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 99 επ. του Σχεδίου Νόμου δεν συνιστά αποτελεσματική διαδικασία για την πρόληψη της πτώχευσης και την εξυγίανση των μεγάλων επιχειρήσεων. Κατ’αρχήν, η ορολογία είναι μη δόκιμη: θα έπρεπε να ονομάζεται Προληπτικός της πτωχεύσεως συμβιβασμός.

εξάρτηση της επικύρωσης της συμφωνίας από το να μην θίγονται τα συμφέροντα των πιστωτών που δεν υπέγραψαν την συμφωνία, θα οδηγεί σχεδόν πάντα την αδυναμία εφαρμογής της ως άνω διαδικασίας. Ευλογότερο είναι να αφήνονται οι πιστωτές ελεύθεροι να αποφασίσουν αν και τι θα δεχθούν, σε δε περίπτωση πού θα συμφωνήσει μία ισχυρή πλειοψηφία τους, η συμφωνία θα δεσμεύει και τους μειοψηφούντες. Σε αντίθετη περίπτωση, κάθε πιστωτής θα πιέζει για προνομιακούς όρους, οι δε μικροί πιστωτές που δεν θα διακυβεύουν πολλά με την τυχόν απώλεια (επισφάλεια) των απαιτήσεών τους, θα αξιώνουν πλήρη ικανοποίηση για να μην κινηθούν κατά της επιχείρησης.

βραχεία διάρκεια της συμφωνίας για διάστημα το πολύ μέχρι δύο (2) χρόνια συνιστά απαγορευτική προϋπόθεση προληπτικού της πτωχεύσεως συμβιβασμού. Θα έπρεπε να υπάρχει χρονική ελευθερία και να επαφίεται –και εδώ- στην βούληση των πιστωτών να προσδιορίσουν χρόνο και τρόπο πληρωμής του οιουδήποτε επιτευχθησομένου ποσού συμβιβασμού –και όπως προαναφέρθηκε, η συμφωνία να είναι δεσμευτική για όλους.

διάσωση και η εξυγίανση των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής –και προέχων- στόχος. Ο περιορισμός του στα πλαίσια της πτωχευτικής διαδικασίας δίκην «παρενθετικής» δυνατότητας με πενιχρά αποτελέσματα δεν υπηρετεί την διάσωση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας. Δεν προάγει καν τη δυνατότητα να εκποιείται σε περίπτωση αποτυχίας του συμβιβασμού, το παραγωγικό δυναμικό ως σύνολο, οπότε υπάρχει η ελπίδα να ξαναλειτουργήσει στα χέρια άλλου επιχειρηματία. Η πτωχευτική διαδικασία παραμένει σημαντική στο επίπεδο αφενός της εκλογίκευσης της συλλογικής εκτέλεσης και αφετέρου της δυνατότητας του πτωχού να αναζητήσει ένα νέο, μεταπτωχευτικό μέλλον. Δεν είναι, όμως,  κατάλληλη στο πλαίσιο της προσπάθειας διάσωσης των επιχειρήσεων, που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης. Και αυτή είναι ο κυριότερος οικονομικός στόχος, όχι μόνο για την εθνική οικονομία και τις θέσεις εργασίας, αλλά και για τους ίδιους τους πιστωτές: ακόμη και οι τελευταίοι αποκερδαίνουν συνήθως πολύ περισσότερα από μία επιχείρηση, που επιβιώνει και με την οποία συνεργάζονται, παρά από τις εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων.

Πέραν των ανωτέρω αναφορικά με το σχέδιο Αναδιοργάνωσης σχετικά με τη δυνατότητα περιορισμού των απαιτήσεων (ανάλογη με την ισχύουσα διαδικασία πτωχευτικού συμβιβασμού), και ειδικά με τον περιορισμό στο ποσοστό του συμβιβασμού (τουλάχιστον 20%) και τον χρόνο καταβολής του συμβιβαστικού  «μερίσματος»  (τμηματικά ή εφάπαξ ενός έτους). Ουδείς συντρέχει λόγος να τίθενται περιορισμοί τέτοιας φύσης στην βούληση της πλειοψηφίας των πιστωτών –και δεν είναι κατανοητό γιατί η νομοθεσία θα απαγορεύει π.χ. τη δυνατότητα συμβιβασμού με 50% καταβλητέο σε 60 δόσεις (ακόμη και αν υπάρχει επενδυτής που παρέχει εγγυητική επιστολή!) τη στιγμή που τέτοια χρονική έκταση (48-60 μηνών) έχουν συνήθως οι κατά καιρούς ρυθμίσεις για συμβιβασμούς και διακανονισμούς του ΙΚΑ και του Δημοσίου ή οι εξωπτωχευτικοί συμβιβασμοί του Δημοσίου που εγκρίνονται από το ΝΣΚ.

Κατά το μέρος που αφορά στην αρμοδιότητα προληπτικών μέτρων, το α.100 ν.3588/07 στα πλαίσια της εφαρμογής της διαδικασία συνδιαλλαγής αναφέρει ρητώς ότι, εάν αυτά ζητούνται λόγω υποβολής αίτησης συνδιαλλαγής, λαμβάνονται από το «πτωχευτικό δικαστήριο». Τούτο είναι διαφορετικό απ’ ό,τι προβλέπει το α. 10 (στο οποίου την αναλογική εφαρμογή παραπέμπει κατά τα λοιπά το α. 100), καθώς εκεί η αρμοδιότητα προληπτικών μέτρων ανατίθεται στον πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου.

Από άποψη θετέου δικαίου η διαφοροποίηση αυτή δεν ευρίσκει πειστική δικαιολογία – η αρμοδιότητα θα έπρεπε να είναι όμοια. Από άποψη κειμένων διατάξεων, όμως, η αναφορά του α. 100 είναι ρητή και δεν διαστέλλει καθόλου την περίπτωση που τα προληπτικά μέτρα ζητούνται με την αίτηση εκκίνησης της διαδικασίας συνδιαλλαγής από εκείνην που ζητούνται με αυτοτελές δικόγραφο μετά την υποβολή της αίτησης συνδιαλλαγής. Κατ’ ακολουθία, η απόφαση 10689/08 Μον.Πρωτ.Αθηνών που διαστέλλει τις περιπτώσεις αυτές δεν βρίσκει στήριγμα στον νόμο. Αναλόγως δεν βρίσκει στήριγμα η παραδοχή της ότι, εάν τα προληπτικά μέτρα ζητούνται με αυτοτελές δικόγραφο και όχι με αυτήν την αίτηση του α.99, τότε είναι αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο: το α. 100 αναφέρει ρητώς «το πτωχευτικό δικαστήριο», η δε παραπομπή του στο α. 10 προς αναλογική εφαρμογή  δεν μπορεί να κάμπτει τη ρητή αυτή αναφορά: αρμόδιο σε κάθε περίπτωση είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο ως πτωχευτικό δικαστήριο, όπως έχει γίνει δεκτό σε άλλες περιπτώσεις. Στην απόφαση 28664/08 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας), που έλαβε προληπτικά μέτρα ταυτόχρονα με το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, δεν εγειρόταν τέτοιο ζήτημα και το Δικαστήριο εφάρμοσε ομαλά το α. 100.

Επί της ουσίας η κρίση αμφοτέρων των αποφάσεων και δη η λήψη προληπτικών μέτρων υπέρ των αιτουσών επιχειρήσεων αντανακλά την πρόθεση των δικαστών να συμβάλουν  στις προσπάθειες διάσωσης των εταιρειών που απειλούνται εφαρμόζοντας με ευρύτητα αντίληψης τις σχετικές διατάξεις. Εξ αντιδιαστολής αναδεικνύονται, έτσι, ορισμένες από τις δομικές αδυναμίες του νέου Πτωχευτικού Κώδικα και τις αστοχίες των διατάξεών του περί συνδιαλλαγής:

α.    Η πρόβλεψη πως την σχετική αίτηση μπορεί να υποβάλει επιχείρηση που ευρίσκεται σε οικονομική αδυναμία, αλλ’ όχι σε παύση πληρωμών είναι ανακόλουθη και αντιβαίνει προς την πραγματικότητα. Παύση πληρωμών δεν σημαίνει έλλειψη περιουσίας, αλλά περιουσιακή ανισορροπία τέτοια ώστε η επιχείρηση να μην  εξυπηρετεί τις οφειλές της, η δε αδυναμία της να έχει τα στοιχεία της γενικότητας και μονιμότητας. Συνήθως οι επιχειρήσεις που εξωθούνται σε διαδικασίες, όπως η συνδιαλλαγή, βρίσκονται σε αδυναμία με τα στοιχεία αυτά. Και αν όμως κάποια δεν βρίσκεται ακόμη, περιέρχεται στην πράξη σε τέτοια κατάσταση με μόνη την υποβολή αίτησης συνδιαλλαγής: τούτο για τον απλό λόγο ότι, συνομολογώντας δημοσίως οικονομική αδυναμία σε δικόγραφο, προκαλεί άμεση αντίδραση προμηθευτών και τραπεζών, που διακόπτουν αμέσως κάθε νέα πίστωση – η δε απώλεια της πιστοληπτικής ικανότητας επιφέρει κατά την οικονομική εμπειρία άμεση περιέλευση σε παύση πληρωμών.

β.    Το γεγονός ότι η έκβαση της συνδιαλλαγής δεν δεσμεύει τους πιστωτές που πιθανώς θα διαφωνήσουν περιορίζει ασφυκτικά (αν δεν μηδενίζει) τα οικονομικά περιθώρια να οδηγήσει η συνδιαλλαγή σε έναν αναλογικό και οικονομικά αποτελεσματικό περιορισμό ή διακανονισμό των χρεών της επιχείρησης. Είναι πρακτικώς αδύνατον να συμφωνήσουν όλοι οι πιστωτές μιας επιχείρησης – ή έστω όλοι οι σημαντικοί, όταν γνωρίζουν πως, και αν ακόμη επιμένουν σε ακραία αιτήματα, δεν κινδυνεύουν να δεσμευθούν από την απόφαση μιας πλειοψηφίας που θα κρίνει χωρίς τους ίδιους. Από οικονομική άρα άποψη η πιθανότητα να πετύχει μία επιχείρηση την εξυγίανσή της μέσω της συνδιαλλαγής είναι ελάχιστη. Θα πρέπει να προσφύγει σε σχέδιο αναδιοργάνωσης κατά τα 107 επ. ν.3588/07, που παρέχουν μεγαλύτερα περιθώρια ρυθμίσεων.

γ.    Το πρόβλημα του σχεδίου αναδιοργάνωσης είναι ότι ο νόμος το συνδέει ευθέως με αίτηση πτώχευσης. Η επιχείρηση, για να το υποβάλει, πρέπει ή να έχει πτωχεύσει ή να ζητεί την αναδιοργάνωση ταυτόχρονα με αίτηση πτώχευσης. Το τελευταίο σημαίνει στην πράξη ότι η επιχειρηματική λειτουργία διακόπτεται – ότι δεν υπάρχει περιθώριο προσωρινής αναστολής διώξεων και συμβιβαστικής ρύθμισης εκτός και προ πτώχευσης.

μέχρι στιγμής πρακτική, στον μικρό βαθμό που μπορεί κανείς να σχηματίσει εντύπωση, είναι ότι οι επιχειρήσεις υποβάλλουν αιτήσεις συνδιαλλαγής χωρίς να προσδοκούν εξυγίανση μέσω της συνδιαλλαγής, αλλά με στόχο να αποφύγουν την πτώχευση και να  εξασφαλίσουν ταυτόχρονα μία προθεσμία προστασίας από τους πιστωτές τους (με τα προληπτικά μέτρα του α. 100), στη διάρκεια της οποίας θα έχουν το χρόνο να επιδιώξουν προέγκριση σχεδίου αναδιοργάνωσης από το 60% των πιστωτών τους και να το εμφανίσουν «έτοιμο» πλέον στο Πτωχευτικό Δικαστήριο προς ταχεία έγκριση κατά τη διαδικασία των α. 107 επ.

Σε περίοδο οικονομικής κρίσης, όπου οι συνέπειες της υπερχρέωσης είναι αλυσιδωτές και ταχύτατες λόγω πιστωτικής στενότητας, το νομικό αυτό πλαίσιο είναι εντελώς ανεπαρκές να παράσχει την επείγουσα και αποτελεσματική προστασία και διαπραγμάτευση που έχουν ανάγκη οι επιχειρήσεις. Πολύ αποτελεσματικότερο, θα ήταν ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα παρείχε, αν μη τι άλλο, τη δυνατότητα άμεσης εισαγωγής δεδομένης συμφωνίας με το 60% των πιστωτών προς δικαστική επικύρωση, χωρίς να συνδέει τη διαδικασία αυτή με υποβολή αίτησης πτώχευσης. Προς αυτήν την κατεύθυνση –κατά την άποψή μου- κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση του ισχύοντος Πτωχευτικού Κώδικα με μεταγενέστερο Νόμο.


ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΥ-ΤΣΑΤΣΑΡΩΝΗ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ – ΓΕΝ.ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δ.Σ.Α
Μέλος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής
Για την Αναμόρφωση του Πτωχευτικού Κώδικα

 Επιστημονικές εκδηλώσεις : Συνέδρια
Ο Σύνδεσμος διοργανώνει ετησίως ένα Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου, που διεξάγεται  σε επιλεγόμενη πόλη της Ελλάδος , συνήθως τέλη Οκτωβρίου - αρχές Νοεμβρίου ...διαβάστε περισσότερα

 Επιστημονικές εκδηλώσεις : Ημερίδες
Ο Σύνδεσμος διοργανώνει ετησίως δύο ημερίδες με επίκαιρα θέματα ...διαβάστε περισσότερα

 Επιστημονικές συναντήσεις
Τα μέλη του Συνδέσμου Ελλήνων Εμπορικολόγων στην προσπάθεια ανταλλαγής απόψεων και συνεχούς ενημερώσεώς των, συναντώνται σε τακτά (ανά δεκαπενθήμερο) χρονικά διαστήματα στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΔΣΑ (Ακαδημίας 60) ...διαβάστε περισσότερα

  Σύγχρονα ζητήματα της οικογενειακής επιχείρησης

25ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου
...διαβάστε περισσότερα

  Αναμνηστικός Τόμος Λεωνίδα Γεωργακόπουλου
Από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (MIET)
Τόμος I   |  Τόμος IΙ
Copyright 2005-2017 ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΛΟΓΩΝ | Developed by NOMIKI BIBLIOTHIKI WEB SERVICES