ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΛΟΓΩΝ         

Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία-Η νέα εταιρική μορφή

Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία - Η νέα εταιρική μορφή

Ι. Εισαγωγικά

Στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια καταβάλλονται προσπάθειες με στόχο την αναμόρφωση του εταιρικού δικαίου και την εξυπηρέτηση της μικρομεσαίας επιχείρησης, που διακρίνονται για την ευελιξία και την απλότητά τους και ανταποκρίνονται περισσότερο στις πρακτικές ανάγκες των επιχειρηματιών. Στην
κατεύθυνση αυτή εντάσσεται και η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήδη
από το έτος 2008, να εισαγάγει ένα ευρωπαϊκό τύπο «ιδιωτικής» εταιρίας, που θα
προορίζεται για τη μικρομεσαία επιχείρηση («Societas Privata Europaea»).

Στην Ελλάδα, το δίκαιο της ΕΠΕ, εταιρίας που προορίζεται για την άσκηση τέτοιων
επιχειρήσεων, από την εισαγωγή του δεν εκσυγχρονίσθηκε και δεν παρακολούθησε τις εξελίξεις, ώστε να καταστεί ευέλικτο και απλό. Πραγματικά, ενώ έχουν σημειωθεί επανειλημμένες νομοθετικές επεμβάσεις στην ανώνυμη εταιρεία, με σκοπό την ενσωμάτωση κοινοτικών οδηγιών, αλλά και πιο πρόσφατα με το ν. 3604/2007 που επέφερε εκτεταμένη αναμόρφωση του νομικού πλαισίου αυτής, αντίθετα το νομικό πλαίσιο που διέπει την ΕΠΕ (Ν.3190/1955) εξακολουθεί να ισχύει σχεδόν αναλλοίωτο από το 1955 (ήτοι σχεδόν 60 έτη), χωρίς επικαιροποίηση, και, όπως είναι φυσιολογικό, έχει υποστεί τη φθορά του χρόνου. Επιπλέον η ΕΠΕ, ως ενδιάμεσος εταιρικός τύπος (δηλ. μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας και των προσωπικών εταιριών), δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε άλλες χώρες. Αυτό οφείλεται κυρίως στις «δυσκίνητες» ρυθμίσεις του ισχύοντος νόμου, στην πληθωρική συμβολαιογραφική παρέμβαση (που είναι εντονότερη από ότι στην ανώνυμη εταιρία) και συνεπάγεται αυξημένο κόστος για τους ενδιαφερόμενους, αλλά και στην απαιτούμενη «διπλή» πλειοψηφία (κεφαλαίου και προσώπων) για τη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.

Με αυτά τα δεδομένα, ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού εταιρικού δικαίου προς την
κατεύθυνση αυτή κατέστη πλέον αναγκαίος. O νομοθέτης βρέθηκε στο δίλημμα:
να προβεί σε επιμέρους τροποποιήσεις, απλοποιήσεις και βελτιώσεις του ν.
3190/1955 (με κίνδυνο την ανατροπή προσδοκιών των υφισταμένων ΕΠΕ και των
εταίρων τους από μείζονα μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει τις σχέσεις τους) ή να προβεί στην υιοθέτηση νέας εταιρικής μορφής (μια «νέας ΕΠΕ») και στην εξυπαρχής ρύθμισή της. Προτίμησε το δεύτερο. Ετσι, με τον πρόσφατο νόμο 4072/2012 με τίτλο «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα -.. ... και άλλες διατάξεις» εισήγαγε μια νέα εταιρική μορφή με το όνομα «Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία», που διακρίνεται για την ευελιξία και την απλότητά της, τόσο στην ίδρυση όσο και στη λειτουργία της, δεν απαιτεί υψηλά κεφάλαια και υπηρετεί κυρίως τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, τις οικογενειακές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις επιχειρήσεις των νέων και τα ολιγομελή σχήματα. Ειδικότερα, ο πρόσφατος νόμος καθιστά ευέλικτη τη λειτουργία του ανώτατου οργάνου της, καθώς εγκαταλείπει, χωρίς να αγνοεί, τη μέχρι σήμερα απαιτούμενη διπλή πλειοψηφία –κεφαλαίου και προσώπων– για τη λήψη αποφάσεων. Μεταφέρει εξουσίες στους διαχειριστές της εταιρίας. Κυρίως, όμως, δίνει τη δυνατότητα στους εταίρους να διαμορφώνουν το καταστατικό της και να το προσαρμόζουν στις δικές τους ανάγκες, αλλά και στις ανάγκες της συγκεκριμένης κάθε φορά επιχειρηματικής δραστηριότητας. Έτσι, οι ενδιαφερόμενοι έχουν τη δυνατότητα να καθιστούν την εταιρία άλλοτε περισσότερο κεφαλαιουχική και άλλοτε περισσότερο προσωπική και εύκαμπτη. Η μείωση των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων δίνει τη δυνατότητα στους εταίρους να φτιάξουν ένα «δικό» τους σχήμα, εύπλαστο και λειτουργικό, ώστε σύντομα να υποκαταστήσει την εταιρία περιορισμένης ευθύνης, που δεν κατάφερε να
δικαιώσει την αποστολή της.

Η νέα εταιρία δεν εμπίπτει ευθέως στις «εταιρικές» οδηγίες της ΕΕ, που αφορούν τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης (παρότι βεβαίως οι οδηγίες αυτές είναι σημαντικά λιγότερες από εκείνες που εφαρμόζονται στην ανώνυμη εταιρία), θα μπορούσαν λοιπόν, ενδεχομένως, να αγνοηθούν. Όμως η βούληση του νομοθέτη, όπως προκύπτει από την Αιτιολογική Εκθεση, είναι να ακολουθηθούν οι οδηγίες αυτές στο μέγιστο δυνατό βαθμό, ώστε να μην υπάρξει υπόνοια ότι η Ελλάδα εισήγαγε μια νέα εταιρική μορφή με σκοπό να παρακαμφθούν οι διατάξεις των οδηγιών, με την περαιτέρω επισήμανση ότι θα πρέπει να ενημερωθεί η ΕΕ, ώστε οι υφιστάμενες οδηγίες που αναφέρονται στην επε, να κάνουν αναφορά και στη νέα εταιρική μορφή.

ΙΙ. Βασικά Χαρακτηριστικά

1. Η ονομασία της εταιρίας

Για την ονομασία της νέας εταιρικής μορφής κρίθηκε ως πλέον κατάλληλος ο τίτλος
«ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία» («ΙΚΕ»), δεδομένου ότι την διαφοροποιεί επαρκώς από την «ΕΠΕ», αντιστοιχεί στο διεθνή όρο “private company” και παραπέμπει στη σχεδιαζόμενη από την ΕΕ “Societas Privata Europaea” (ευρωπαϊκή ιδιωτική εταιρία), ενώ ταυτόχρονα τονίζει το χαρακτήρα της νέας εταιρικής μορφής ως κεφαλαιουχικής. Ωστόσο, ο σχετικός χαρακτηρισμός ως κεφαλαιουχικής φαίνεται εκ πρώτης όψεως οξύμωρος, ιδίως αν αναλογισθεί κανείς τόσο το κατώτατο όριο προβλεπόμενου κεφαλαίου, όσο και το ότι η πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού στηρίζεται και στην προσωπική συμβολή των εταίρων, συμβολή που εκδηλώνεται είτε με τη μορφή παροχής προσωπικής εργασίας ή υπηρεσιών, είτε με τη μορφή ανάληψης εγγυητικής ευθύνης για τα εταιρικά χρέη (όπως θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια).

2. Η νέα εταιρία ως κεφαλαιουχική εταιρία -Κεφάλαιο 1€

Βασική λοιπόν επιλογή αποτέλεσε ο σχεδιασμός της νέας εταιρίας ως κεφαλαιουχικής. Κεφαλαιουχική όχι γιατί η πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού στηρίζεται στην κεφαλαιουχική συμβολή των εταίρων, αλλά προφανώς γιατί οι εταίροι δεν φέρουν εκ του νόμου οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη για τις εταιρικές υποχρεώσεις, με εξαίρεση τους εταίρους με εγγυητικές εισφορές. Είναι επιπλέον εκ του νόμου εμπορική, ανεξάρτητα δηλαδή από την άσκηση ή μη εμπορικής επιχείρησης και έχει νομική προσωπικότητα την οποία αποκτά από τη σύστασή της.

Το ελάχιστο κεφάλαιο της ΙΚΕ είναι ένα ευρώ (1€). Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι οι
ενδιαφερόμενοι αποκλείονται να ορίσουν υψηλότερο μέγεθος κεφαλαίου, είτε κατά
τη σύσταση της εταιρείας είτε μεταγενέστερα, με αύξηση κεφαλαίου. Το χαμηλό ύψος κεφαλαίου αποτελεί καινοτομία της νέας εταιρικής μορφής σε σχέση με τους γνωστούς, στην Ελλάδα, τύπους κεφαλαιουχικών εταιριών και ακολουθεί το
πρότυπο άλλων ευρωπαϊκών κρατών που έχουν ήδη θεσμοθετήσει τη δημιουργία
εταιριών με αντίστοιχο ύψος κεφαλαίου, όπως η Γερμανία και η Γαλλία για τις ΕΠΕ,
αλλά και αποτελεί χαρακτηριστικό της μελετώμενης Societas Privata Europaea.

Η αλήθεια είναι ότι ο θεσμός του εταιρικού κεφαλαίου έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια κριτική, με το βασικό επιχείρημα ότι όσο χαμηλότερο είναι το ποσό του κεφαλαίου, τόσο λιγότερο ρεαλιστική καθίσταται η εξασφάλιση φερεγγυότητας μέσω αυτού. Ωστόσο, και αν ακόμη το κεφάλαιο είναι υψηλό, τίποτε δεν εμποδίζει τη διασπάθιση της εταιρικής περιουσίας και την επέλευση αφερεγγυότητας. Οι διαπιστώσεις αυτές έχουν διεθνώς «απομυθοποιήσει» το κεφάλαιο και έχουν
οδηγήσει στην αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων διασφάλισης της εταιρικής φερεγγυότητας (σε κάποιο βαθμό βέβαια, διότι πλήρης διασφάλιση δεν μπορεί να
επιτευχθεί ποτέ).

Υποστηρίζεται ότι το «κεφάλαιο του 1 ευρώ» απλοποιεί τη σύσταση των εταιριών,
κάτι που ήταν πάντοτε ζητούμενο, δεν δικαιολογείται όμως μόνο από την απλοποίηση αυτή. Στην πραγματικότητα το νόημα του «κεφαλαίου του 1 ευρώ» είναι από τη μια μεριά να επισημάνει προς τους συναλλασσόμενους ότι δεν πρέπει να επαφίενται στην προστασία «δια του κεφαλαίου» και από την άλλη να δώσει την ευκαιρία στο νομοθέτη να προβλέψει εναλλακτικούς μηχανισμούς προστασίας των δανειστών, δυνητικούς ή και υποχρεωτικούς. Αυτό επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό από τη θέσπιση «εγγυητικών εισφορών», που είναι μεν εκούσιες, η αγορά όμως μπορεί να αναδείξει την ανάγκη ύπαρξης και επικράτησής τους. Άρρηκτα συνδεδεμένη με το προαναφερθέν χαμηλό κεφάλαιο είναι η έτερη βασική καινοτομία της ΙΚΕ που συνίσταται στην αποσύνδεση της εταιρικής συμμετοχής και των μεριδίων από το κεφάλαιο. Τα εταιρικά μερίδια ανάγονται όχι αποκλειστικά στο κεφάλαιο, ως μοναδικό παρονομαστή, αλλά σε ένα ευρύτερο παρονομαστή, που αποτελείται από την αξία του συνόλου των εισφορών των εταίρων. Οι εισφορές μπορούν να είναι κεφαλαιακές, να αντιστοιχούν δηλαδή στο γνωστό μας κεφάλαιο, αλλά επίσης εξωκεφαλαιακές ή εγγυητικές, να αντιστοιχούν δηλαδή σε στοιχεία μη υποκείμενα σε αποτίμηση, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κ.ν.2190/20, τα οποία απαντώνται συνήθως σε προσωπικές εταιρίες (αναλυτική παρουσίαση των διαφορετικών ειδών εισφορών γίνεται κατωτέρω).

3. Επωνυμία (Άρθρο 44)

Η επωνυμία της ΙΚΕ μπορεί να είναι αντικειμενική ή πραγματική, δηλαδή να σχηματίζεται από το είδος της ασκούμενης δραστηριότητας, ή υποκειμενική δηλαδή να σχηματίζεται από το όνομα ενός ή περισσότερων εταίρων, ή μικτή. Μπορεί όμως να είναι και φανταστική. Σε κάθε περίπτωση για λόγους πληροφόρησης των τρίτων προστίθενται υποχρεωτικά οι λέξεις ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, είτε ολογράφως είτε σε συντομογραφία καθώς και η λέξη μονοπρόσωπη εάν η εταιρεία έχει συσταθεί από ένα μόνο πρόσωπο. Η επωνυμία της εταιρείας μπορεί να αποδίδεται ολόκληρη με λατινικούς χαρακτήρες ή σε ξένηγλώσσα, με τρόπο που να διασφαλίζεται η αναγνωρισιμότητά της στο εξωτερικό. Αν αποδίδεται στην αγγλική γλώσσα θα πρέπει να περιέχει ολογράφως τις λέξεις «Private Company» ή την ένδειξη «P.C.» και αν είναι μονοπρόσωπη τις λέξεις «Single Member Private Company» ή «Single Member P.C.».

4. Έδρα (άρθρο 45)

Η ΙΚΕ έχει την έδρα της στο δήμο που ορίζεται στο καταστατικό, ρητά δε αναγνωρίζεται η δυνατότητα μεταφοράς της καταστατικής έδρας σε άλλο κράτος
μέλος του ΕΟΧ, υπό τον όρο βεβαίως ότι η χώρα αυτή αναγνωρίζει τη μεταφορά
και τη συνέχιση της νομικής προσωπικότητας. Προκειμένου να συντελεσθεί η
μεταφορά, ο διαχειριστής υποχρεούται να καταρτίσει έκθεση, στην οποία θα
εξηγούνται οι συνέπειες της μεταφοράς για τους εταίρους, τους δανειστές και τους
εργαζομένους. Η έκθεση αυτή συντάσσεται και δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ πριν την
μεταφορά της έδρας και τίθεται στη διάθεση των εταίρων, των δανειστών και των
εργαζομένων. Η μεταφορά αποφασίζεται ομόφωνα από τους εταίρους. Η σχετική
απόφαση δεν λαμβάνεται, πριν παρέλθουν δύο μήνες από την ως άνω δημοσίευση. Η μεταφορά δεν επιτρέπεται αν μέσα στην ως άνω δίμηνη προθεσμία η αρμόδια Υπηρεσία καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. αντιταχθεί στη μεταφορά για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Το δημόσιο συμφέρον πρέπει κατά την κοινοτική νομολογία, να συνδέεται με επιτακτικούς λόγους που δικαιολογούν την άρνηση της Υπηρεσίας, η απαγόρευση της μεταφοράς της έδρας να είναι κατάλληλος, να μην είναι δυσανάλογος, και να μην επιφέρει διακρίσεις (Στις γενικές της γραμμές, η ρύθμιση βασίζεται στο άρθρο 8 του Καν. 2157/2001 για την ευρωπαϊκή εταιρία). Καινοτομία εισάγεται με την παράγραφο 3, κατά την οποία «Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να έχει την πραγματική της έδρα στην Ελλάδα». Αυτό σημαίνει ότι μια ΙΚΕ θα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, ως lex societatis, ενόσω είναι καταχωρισμένη στο ΓΕΜΗ, ακόμα και αν έχει την πραγματική της έδρα στο εξωτερικό. Έχει συνεπώς τη δυνατότητα να έχει το κέντρο διοίκησής της και να αναπτύσσει την οικονομική της δραστηριότητα (πραγματική έδρα) σε άλλο Κράτος, όπως αυτή η δυνατότητα έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον χώρο της ΕΕ (αποφάσεις Centros (C- 212/97), Uberseering (C-208/2000) και Inspire Art (C-167/2001)).

5. Διάρκεια (άρθρο 46)

Η ΙΚΕ είναι πάντοτε μόνο ορισμένου χρόνου. Αν δεν ορίσθηκε η ακριβής διάρκεια,
ισχύει η δωδεκαετία από τη σύστασή της. Παράταση της διάρκειας είναι δυνατή με
απόφαση των εταίρων που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία (2/3) των εταιρικών μεριδίων. Αν η απόφαση για παράταση δεν μνημονεύει το χρόνο, θα ισχύει και πάλι η δωδεκαετία.

6. Σύσταση της ΙΚΕ

Η ΙΚΕ συνιστάται με ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 49), εκτός αν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου ή επιβάλλεται από το είδος της εισφοράς, όπως όταν στην εταιρεία εισφέρονται ακίνητα (ΑΚ 369) ή, τέλος, αν τα μέρη επιλέγουν να τηρήσουν τον τύπο αυτό. Ιδρυτής μπορεί να είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά. Η ΙΚΕ μπορεί να συσταθεί ή να καταστεί μονοπρόσωπη. Σ’αυτήν την περίπτωση, για λόγους ασφάλειας των συναλλασσομένων, το όνομα του μοναδικού εταίρου θα πρέπει να προκύπτει από τη μερίδα της εταιρίας στο Γ.Ε.ΜΗ.

Το Καταστατικό της ΙΚΕ, πέραν του υποχρεωτικού ελάχιστου περιεχομένου του (που καθορίζεται στο άρθρο 50), μπορεί να περιέχει και παραπέρα συμφωνίες μεταξύ των εταίρων, οι οποίες, εφόσον δεν προσκρούουν στο νόμο αποτελούν τμήμα της διαμόρφωσης των εταιρικών σχέσεων και συνεπώς αποτελούν εταιρικές και όχι εξωεταιρικές συμφωνίες.

7. Διαδικασία σύστασης (Άρθρο 51)

Για τη σύστασή της η ΙΚΕ ακολουθεί τη διαδικασία της Υπηρεσίας Μιας Στάσης
(Υ.Μ.Σ.) που εισήγαγε ο ν. 3853/2010 «Απλοποίηση διαδικασιών σύστασης προσωπικών και κεφαλαιουχικών εταιριών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 90) και μπορεί να ιδρυθεί (θεωρητικά) σε μία μέρα (αναλυτικά για τη διαδικασία σύστασης και τα απαραίτητα δικαιολογητικά δείτε την πρόσφατη υπ.αριθμ.πρωτ.Κ1-1084/24.5.2012 Εγκύκλιο της Δ/νσης ΑΕ και Πίστεως του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας). Εάν η πράξη σύστασης της εταιρίας, η οποία περιέχει και το καταστατικό, καταρτιστεί με ιδιωτικό έγγραφο, ως Υπηρεσίες Μιας Στάσης για την σύσταση ΙΚΕ ορίζονται οι Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. των Επιμελητηρίων του άρθρου 2 του ν. 3419/2005, ως ισχύει, καθώς και τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) που λαμβάνουν την «πιστοποίηση παροχής υπηρεσιών μιας στάσης», σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3853/2010. Ωστόσο, εάν το έγγραφο είναι συμβολαιογραφικό (δηλαδή
στις περιπτώσεις του άρθρου 49, παρ. 2, δεύτερο εδάφιο του ν. 4072/2012), ως Υπηρεσία Μιας Στάσης ορίζεται ο συμβολαιογράφος που συντάσσει το συμβολαιογραφικό έγγραφο σύστασης. Αναφορικά με το Γραμμάτιο Κόστους Σύστασης Εταιρίας, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις που αναφέρονται στις ανώνυμες εταιρίες και στις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, συνεπώς αυτό ανέρχεται στο ποσό των 70 ευρώ (βλ. παρ. 1 άρθρου 14 της K1- 802/23.3.2011 ΚΥΑ), και, εάν οι ιδρυτές είναι περισσότεροι των 3, αυτό προσαυξάνεται κατά 5 ευρώ για κάθε επιπλέον ιδρυτή.

Ο νόμος ρητά επιτρέπει την ίδρυση της εταιρίας, ακόμη και αν για την επιδίωξη του
σκοπού της απαιτείται αδειοδότηση. Το νομικό πρόσωπο μπορεί να συσταθεί, να
λάβει ΑΦΜ και να λειτουργήσει. Ενόσω όμως η άδεια δεν έχει χορηγηθεί, η λειτουργία του θα πρέπει να περιορίζεται σε άλλες πράξεις (προπαρασκευαστικές εργασίες) και όχι εκείνες για τις οποίες απαιτείται η άδεια.

8. Ευθύνη ιδρυτών (Άρθρο 54)

Ο νόμος προβλέπει ότι οι ιδρυτές που συναλλάχθηκαν με τρίτους στο όνομα της εταιρείας πριν από τη σύστασή της ευθύνονται οι ίδιοι και μάλιστα όχι ανάλογα με
την εισφορά τους αλλά απεριόριστα και εις ολόκληρον. Ευθύνεται όμως, μόνη η εταιρεία για τις πράξεις που έγιναν κατά το διάστημα αυτό αν μέσα σε τρεις μήνες
από τη σύστασή της ανέλαβε με πράξη του διαχειριστή τις σχετικές υποχρεώσεις.
Η ρύθμιση απηχεί τα ισχύοντα στην Α.Ε. (άρθρο 7δ του κ.ν. 2190/20) και στην ΕΠΕ (παράγραφος β΄ του άρθρου 9 του ν. 3190/55).

9. Ελευθερία μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων

Το άρθρο 83 θέτει την αρχή της ελεύθερης μεταβίβασης των μεριδίων, εν ζωή ή αιτία θανάτου, ως απόρροια του κεφαλαιουχικού χαρακτήρα της ΙΚΕ. Ωστόσο, η μεταβίβαση είναι μεν ελεύθερη, πλην όμως δεν διευκολύνεται με την έκδοση αξιογράφων που να ενσωματώνουν την εταιρική ιδιότητα. Όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 75 παρ.1, τα εταιρικά μερίδια δεν μπορούν να παρασταθούν με μετοχές, ενώ τα σχετικά έγγραφα που εκδίδονται από την εταιρεία είναι μόνο αποδεικτικά και δεν φέρουν τον χαρακτήρα αξιογράφου.

10. Επίλυση εταιρικών διαφορών (άρθρο 48)

Για την επίλυση των εταιρικών διαφορών, ήτοι διαφορών εταίρων και εταιρείας, εταίρων μεταξύ τους κλπ, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της έδρας της
εταιρείας, που κρίνει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η επιλογή της διαδικασίας αυτής οφείλεται στην επιθυμία γρήγορης εκδίκασης – γρηγορότερη από την τακτική διαδικασία – παράλληλα όμως και αποφυγή δικαστικής κρίσης με πιθανολόγηση, όπως θα συνέβαινε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Γι’ αυτό το λόγο η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας έχει επιλεγεί από το νομοθέτη και σε άλλες περιπτώσεις ενδοεταιρικών διαφορών (βλ. ενδεικτικά άρθρα 4 παρ. 4, 40 παρ.1, 49γ παρ. 2 του κ.ν. 2190/20). Ωστόσο, παρόλο που από το σχετικό άρθρο δεν συνάγεται, η βούληση του νομοθέτη είναι, στις περιπτώσεις που γίνεται λόγος για αγωγή ή πρόκειται για ζητήματα ευθύνης ή για υποθέσεις με τρίτους, οι σχετικές υποθέσεις να εκδικάζονται με την τακτική διαδικασία π.χ. η αγωγή της εταιρίας κατά το άρθρο 65 παράγραφος 3, η καταδίκη του διαχειριστή σε αποζημίωση της εταιρίας (άρθρο 67), η αξίωση της εταιρίας για αποζημίωση λόγω μη καταβολής εξωκεφαλαιακής εισφοράς (άρθρο 78 παράγραφος 3), η αγωγή των τρίτων δανειστών της εταιρίας κατά του εταίρου με εγγυητική εισφορά (άρθρο 79) κ.λπ. Επιπρόσθετα, ο Νόμος ενθαρρύνει την υπαγωγή των σχετικών υποθέσεων σε διαιτησία και διαμεσολάβηση (παράγραφοι 2 και 3), αρκεί να προβλέπει κάτι τέτοιο το Καταστατικό.

11. Ασφάλιση – Φορολογικές ρυθμίσεις

Στο άρθρο 116 παρ. 9 προβλέπεται η υποχρεωτική ασφάλιση στον Οργανισμό
Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών α) του διαχειριστή ή των διαχειριστών της ΙΚΕ που ορίστηκαν με το καταστατικό ή με απόφαση των εταίρων καθώς και β) του μοναδικού εταίρου μονοπρόσωπης ΙΚΕ. Οι λοιποί εταίροι Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας υπάγονται προαιρετικά στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ (βλ. παρ. 2 του άρθρου 1 και παρ. 1 του άρθρου 3 του Π.Δ. 258/2005 όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 116 του ν. 4072/2012).
Με την παράγραφο 11 ορίζεται ότι «οι εκάστοτε ισχύουσες φορολογικές διατάξεις
για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.) εφαρμόζονται και στις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες (Ι.Κ.Ε.)». Περαιτέρω, σε περίπτωση μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων, θα πρέπει να υποβληθεί προηγουμένως δήλωση απόδοσης
φόρου με συντελεστή που σήμερα ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του κέρδους ή
της ωφέλειας που αποκτά ο μεταβιβάζων. Αντίγραφο της δήλωσης φόρου επισυνάπτεται στο συμφωνητικό μεταβίβασης. Το συμφωνητικό αυτό θεωρείται από την αρμόδια ΔΟΥ. Αν δεν υποβληθεί δήλωση φόρου, ο αποκτών τα εταιρικά μερίδια ευθύνεται για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου εις ολόκληρον με τον μεταβιβάζοντα (άρθρο 13 παρ.1 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος).

12. Διευκόλυνση μετατροπής υφισταμένων ΕΠΕ σε ΙΚΕ - Έναρξη σύστασης Ι.Κ.Ε.

Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013, υφιστάμενες εταιρείες περιορισμένης ευθύνης μπορούν να μετατραπούν σε ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, εάν αυτό αποφασισθεί από τη συνέλευση των εταίρων, που λαμβάνεται είτε με πλειοψηφία τουλάχιστον των δύο τρίτων του όλου αριθμού των εταίρων, που εκπροσωπούν τα δύο τρίτα του όλου εταιρικού κεφαλαίου, είτε με πλειοψηφία τουλάχιστον των τριών τετάρτων του όλου εταιρικού κεφαλαίου (άρθρο 120). Ρήτρες του καταστατικού που προβλέπουν μεγαλύτερα ποσοστά πλειοψηφίας δεν λαμβάνονται υπόψη για την απόφαση αυτή.

Οι Υ.Μ.Σ. δεν θα δέχονται αιτήσεις για σύσταση Ι.Κ.Ε. παρά μόνο μετά την πάροδο προθεσμίας δύο μηνών, προκειμένου να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος προσαρμογής του πληροφοριακού συστήματος του Γ.Ε.ΜΗ., ώστε να φιλοξενεί τα στοιχεία της νέας μορφής εταιρίας. Εννοείται όμως ότι οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να προβαίνουν εν τω μεταξύ σε όλες τις προπαρασκευαστικές ενέργειες, περιλαμβανομένης της υπογραφής του εγγράφου σύστασης της εταιρίας, καθώς και σε προϊδρυτικές συναλλαγές κατά το άρθρο 53.

IΙΙ. Καινοτομίες του νέου εταιρικού τύπου

1. Η αποσύνδεση της εταιρικής συμμετοχής από το κεφάλαιο

Βασική καινοτομία της ΙΚΕ είναι η αποσύνδεση της εταιρικής συμμετοχής και των μεριδίων από το κεφάλαιο. Ενώ δηλ. στις κλασικές περιπτώσεις της α.ε. και της ΕΠΕ υπάρχει από τη μια μεριά το κεφάλαιο και από την άλλη οι μετοχές ή τα μερίδια, που αποτελούν υποδιαιρέσεις του και προσδιορίζουν το μέγεθος της συμμετοχής καθενός εταίρου ή μετόχου, ανάλογα με τον αριθμό μεριδίων ή μετοχών που κατέχει, στην ΙΚΕ, τα εταιρικά μερίδια ανάγονται όχι αποκλειστικά στο κεφάλαιο, ως μοναδικό παρονομαστή, αλλά σε ένα ευρύτερο παρονομαστή, που αποτελείται από την αξία του συνόλου των εισφορών. Αυτό είναι ίσως το βασικότερο χαρακτηριστικό της νέας εταιρικής μορφής. Οι εισφορές μπορούν να είναι τριών ειδών, κεφαλαιακές (που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο της εταιρείας), εξωκεφαλαιακές (με τις οποίες η εταιρία αξιοποιεί τις ικανότητες των εταίρων της) και εγγυητικές (με τις οποίες οι εταίροι εγγυώνται έναντι τρίτων την εκπλήρωση των εταιρικών οφειλών, μέχρι ορισμένου ποσού, πράγμα που βελτιώνει τη φερεγγυότητα της εταιρείας). Κάθε εταίρος έχει μερίδια διότι πραγματοποίησε μια εισφορά. Κάθε μερίδιο αντιστοιχεί υποχρεωτικά σε ένα είδος εισφοράς, είτε κεφαλαιακής, είτε εξωκεφαλαιακής, είτε εγγυητικής. Δεν μπορεί να εκπροσωπεί περισσότερα είδη εισφοράς. Όμως, ο εταίρος μπορεί να έχει περισσότερα μερίδια που αντιπροσωπεύουν περισσότερα είδη εισφορών. Έτσι π.χ. ένας εταίρος που εισφέρει κεφάλαιο θα αποκτήσει αποκλειστικά μερίδια που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακή εισφορά ενώ, αν αναλάβει την υποχρέωση να παρέχει πχ και λογιστικές υπηρεσίες στην εταιρία, και συμφωνείται αυτό να αποτελεί εισφορά, θα
λάβει και μερίδια που αντιστοιχούν σε εξωκεφαλαιακή εισφορά. Ο αριθμός μεριδίων κάθε εταίρου είναι υποχρεωτικά ανάλογος προς την αξία της εισφοράς του. Εννοείται πως δεν απαιτείται να εμφανίζονται σε μια ΙΚΕ και τα τρία είδη εισφορών ή στην ίδια αναλογία. Ο νόμος ορίζει ότι στην ΙΚΕ πρέπει να υπάρχει ένα τουλάχιστον εταιρικό μερίδιο που να εκπροσωπεί κεφαλαιακή εισφορά. Πέρα από τον περιορισμό αυτό, οι εταίροι μπορούν να επιλέξουν ένα ακραιφνώς κεφαλαιουχικό σχήμα, με αποκλειστικά και μόνο κεφαλαιακές εισφορές, από τη μια, ή να διαμορφώσουν ένα σύστημα με έντονα προσωπικά στοιχεία, με ανάληψη υποχρέωσης για παροχή εργασίας και ευθύνη για τα χρέη της εταιρίας. Ολα τα μερίδια, ανεξαρτήτως του είδους της εισφοράς που εκπροσωπούν, έχουν την ίδια ονομαστική αξία που δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός (1) ευρώ. Πρόβλεψη για ανώτατο όριο της αξίας τους δεν υπάρχει στο Νόμο.

Έτσι η νέα εταιρική μορφή μπορεί να ικανοποιήσει ποικίλες ανάγκες. Αναγνωρίζει κάθε είδους εισφορά, ακόμη και αν πρόκειται για εισφορά εργασίας ή εισφορά «ευθύνης», που ενισχύει την πιστοληπτική ικανότητα της εταιρίας. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία ιδίως για επιχειρήσεις χωρίς ανάγκη υψηλής κεφαφαλαιακής υποδομής (ιδίως στις επιχειρήσεις υπηρεσιών). Ταυτόχρονα: Ανταποκρίνεται στο διαχωρισμό των λειτουργιών των εταίρων μέσα στην εταιρία (εταίροι που εισφέρουν περιουσιακά στοιχεία, που ασχολούνται με την καθημερινή δραστηριότητα, που εισφέρουν φερεγγυότητα κλπ.), καθιστώντας τη νέα εταιρική μορφή κατάλληλη για οικογενειακές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις νέων, μικρές συνεργασίες κλπ. Επί πλέον η αποδοχή των ποικίλων εισφορών (κεφαλαιακών και μη) «μετακομίζει» στο εταιρικό δίκαιο συμβατικές ρυθμίσεις που στην α.ε. ή την ΕΠΕ δεν θα αποτελούσαν αντικείμενο παρά μόνο εξωεταιρικών συμβάσεων. Απλοποιεί επίσης τις σχέσεις των εταίρων και τη λειτουργία της εταιρίας, διότι όλοι όσοι προβαίνουν σε παροχές προς την εταιρία λογίζονται εταίροι και έχουν τα δικαιώματα του εταίρου (συμμετέχουν στα κέρδη, ψηφίζουν κλπ.). Επιπλέον αποφεύγεται η εμμονή στην αποκλειστικότητα των εισφορών που μπορούν να συνθέσουν το κεφάλαιο, όπως έχει συμβεί σε χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, που όπως ελέχθη επιτρέπουν μεν σήμερα στις ΕΠΕ κεφάλαιο 1 ευρώ, δεν προνοούν όμως για άλλες εναλλακτικές εισφορές εταιρικού δικαίου, που
συντελούν στην ενίσχυση της εταιρικής φερεγγυότητας. Ειδικότερα:

1.1. Κεφαλαιακές εισφορές

Οι κεφαλαιακές εισφορές (άρθρο 77), που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο της εταιρίας,
συνίστανται είτε σε εισφορά μετρητών είτε σε εισφορά σε είδος, υπό την προϋπόθεση ότι το εισφερόμενο είναι δεκτικό αποτίμησης, κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 5 του κ.ν. 2190/1920 (πχ εισφορά κινητών ή ακινήτων με μεταβίβαση της κυριότητας ή παραχώρηση της χρήσης τους, μεταβίβαση άϋλων αγαθών, εκχώρηση απαιτήσεων κλπ). Η αποτίμηση των εν λόγω εισφορών γίνεται, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 9α του κ.ν.2190/20, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπερτίμησής τους. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος της διαδικασίας των εν λόγω άρθρων, ο νόμος απαλλάσσει από την υποχρέωση αποτίμησης τους εταίρους, εάν, κατά το καταστατικό ή την απόφαση που αυξάνει το κεφάλαιο, η αξία του εισφερόμενου στοιχείου δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 €). Σε περίπτωση, επομένως, εισφοράς η αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 €), αυτή θα αποτιμάται στην αξία την οποία δηλώνουν οι συμβαλλόμενοι εταίροι στο καταστατικό ή στηναπόφαση αύξησης κεφαλαίου. Με δεδομένο ότι οι κεφαλαιακές εισφορές αντιπροσωπεύουν το κεφάλαιο της εταιρίας σε συνδυασμό με την απαίτηση του νόμου η ΙΚΕ να διαθέτει ελάχιστο κεφάλαιο, έστω και αν αυτό είναι ένα (1) ευρώ, συνεπάγεται ότι θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένα μερίδιο που να
εκπροσωπεί κεφαλαιακή εισφορά. Με το ίδιο σκεπτικό, η αύξηση ή μείωση του αριθμού των κεφαλαιακών μεριδίων μπορούν να γίνουν μόνο με αύξηση ή μείωση
κεφαλαίου και αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού. Το κεφάλαιο της ΙΚΕ
πρέπει να καταβληθεί ολοσχερώς κατά την ίδρυση της εταιρείας ή κατά την αύξηση του κεφαλαίου και ο διαχειριστής της εταιρείας οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη σύσταση της εταιρείας ή την αύξηση του κεφαλαίου να βεβαιώσει την ολοσχερή καταβολή αυτού, με πράξη του που καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. Σε περίπτωση μη ολοσχερούς καταβολής ο διαχειριστής προβαίνει σε αντίστοιχη μείωση του κεφαλαίου και σε ακύρωση των εταιρικών μεριδίων που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο το οποίο δεν καταβλήθηκε. Αποκλείεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η δυνατότητα τμηματικής καταβολής κεφαλαίου, σε περίπτωση τόσο εισφορών σε είδος όσο και εισφορών σε μετρητά. «Μη εξοφλημένα» μερίδια που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακή εισφορά δεν νοούνται, διότι ο διαχειριστής θα πρέπει να λάβει πρόνοια να τα ακυρώσει αμέσως και να προβεί μόνος του σε μείωση του κεφαλαίου. Τέλος, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι στην ΙΚΕ θα υπάρχει πάντα τουλάχιστον ένα μερίδιο που αντιστοιχεί σε κεφαλαιακή εισφορά, προβλέπεται ότι σε περίπτωση που, λόγω ακύρωσης μεριδίων, δεν υπάρχουν πια τέτοια μερίδια, η εταιρία οφείλει να εξασφαλίσει, είτε μέσω εξαγοράς μεριδίου, από εταίρο ή τρίτο, πριν την ακύρωσή του, είτε μέσω αύξησης κεφαλαίου εντός μηνός από την ακύρωση, την ύπαρξη ενός, έστω, μεριδίου κεφαλαιακής εισφοράς, άλλως
παρέχεται δικαίωμα σε καθένα που έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει τη λύση της εταιρίας.

1.2. Εξωκεφαλαιακές εισφορές

Οι εξωκεφαλαιακές εισφορές (άρθρο 78) συνίστανται σε παροχές που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κεφαλαιακής εισφοράς, γιατί από τη φύση τους δεν μπορούν να παρασταθούν στον ισολογισμό, όπως απαιτήσεις που προκύπτουν από ανάληψη υποχρέωσης εκτέλεσης εργασιών ή παροχής υπηρεσιών. Πρόκειται για εισφορές που συναντώνται σε προσωπικές εταιρίες. Οι εισφορές αυτές αναλαμβάνονται είτε κατά τη σύσταση της εταιρείας, είτε και μεταγενέστερα, από ήδη εταίρους ή νεοεισερχόμενους στην εταιρεία, εξειδικεύονται στο καταστατικό και εκτελούνται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο καταστατικό. Η αξία των εισφορών αυτών δεν αποτιμάται με βάση τα άρθρα 9-9α του ν.2190/20, αλλά καθορίζεται στο
καταστατικό είτε από τους ιδρυτές, είτε με σύμβαση που καταρτίζεται ανάμεσα στον εισφέροντα την εξωκεφαλαιακή εισφορά και στην εταιρεία και ακολουθεί προσαρμογή του καταστατικού με τα νέα μερίδια και την αξία τους. Σε περίπτωση που ο εταίρος που έχει αναλάβει εξωκεφαλαιακή εισφορά δεν προβαίνει στη δέουσα παροχή της, τότε η εταιρία μπορεί είτε να ζητήσει την εκπλήρωσή της, είτε να ζητήσει την ακύρωση των μεριδίων που αντιστοιχούν στην εισφορά αυτή, ενώ περαιτέρω αποζημίωσή της για τη ζημία που υπέστη από την αποχώρηση του εταίρου δεν αποκλείεται. Η παράγραφος 4 αντιμετωπίζει το πρόβλημα που δημιουργείται σε περίπτωση ακύρωσης εταιρικών μεριδίων λόγω εξόδου εταίρου (άρθρο 92) ή αποκλεισμού του (άρθρο 93) ή αναγκαστικής εκποίησης των μεριδίων του (άρθρο 88). Σε τέτοιες περιπτώσεις η παροχή που αποτελεί το αντικείμενο της εισφοράς δεν θα μπορεί να αξιωθεί από την εταιρία, αφού αυτός που υποσχέθηκε την εισφορά αυτή δεν θα είναι πια εταίρος. Επομένως το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με επιβολή υποχρέωσης στον αποχωρούντα, τον αποκλειόμενο ή εκείνον του οποίου εκποιούνται αναγκαστικά τα μερίδια να αποδώσει στην εταιρία ποσό ίσο με την αξία της μη καταβληθείσας παροχής, όπως έχει αποτιμηθεί από τα μέρη.

1.3. Εγγυητικές εισφορές

Οι εγγυητικές εισφορές (άρθρο 79) συνίστανται στην ανάληψη ευθύνης έναντι των τρίτων για τα χρέη της εταιρίας προς αυτούς μέχρι το ποσό που ορίζεται στο καταστατικό. Η ευθύνη αυτή υφίσταται απέναντι σε όλους και όχι ορισμένους μόνο
δανειστές. Η ανάληψη της ευθύνης θα πρέπει να είναι σοβαρή και αυτό τονίζεται με τη διάταξη που ορίζει ότι ο εταίρος αυτός «θα πρέπει να είναι σε θέση κατά πάντα χρόνο» να την καταβάλει. Εννοείται ότι η παροχή εγγύησης ή άλλης ασφάλειας στους πιστωτές από εταίρους ή τρίτους κατά τις κοινές διατάξεις δεν αποκλείεται. Η αξία των εγγυητικών εισφορών καθορίζεται στο καταστατικό και δεν μπορεί να υπερβαίνει το 75% του ποσού για το οποίο ο εταίρος έχει αναλάβει ευθύνη καταβολής. Έτσι, επί παραδείγματι, αν συμφωνείται ανάληψη ευθύνης για 100.000 €, η αξία της εισφοράς, η οποία θα αποτελέσει και τη βάση προσδιορισμού των εταιρικών μεριδίων που θα λάβει ο παρέχων την εισφορά, θα ορίζεται από τους εταίρους, δεν θα μπορεί όμως να υπερβαίνει τις 75.000 €. Ο θεσμός των εγγυητικών εισφορών λειτουργεί ως εναλλακτικός μηχανισμός προστασίας των εταιρικών δανειστών, στο μέτρο που οι τελευταίοι δύνανται να στραφούν άμεσα και πρωτογενώς κατά του εταίρου. Η ευθύνη επομένως του εταίρου με εγγυητική εισφορά – παρά τον όρο που χρησιμοποιείται – είναι ευθύνη πρωτοφειλέτη και όχι εγγυητή. Επομένως, ο εταίρος με εγγυητική εισφορά που ενάγεται από δανειστή θα μπορεί να προβάλει τις ενστάσεις που θεμελιώνονται στο πρόσωπό του καθώς και τις ενστάσεις που έχει κατά του δανειστή η ίδια η εταιρία, όχι όμως και άλλες, όπως π.χ. τις ενστάσεις που θα είχε ένας εγγυητής
όπως την ένσταση διζήσεως. Επιπλέον, ο εταίρος με εγγυητική εισφορά που ικανοποίησε εταιρικό δανειστή δεν έχει δικαίωμα αναγωγής κατά της εταιρίας. Η μη
καταβολή στους τρίτους του ποσού των εγγυητικών εισφορών αποτελεί διαφορά μεταξύ εταίρου και τρίτων και η εταιρία δεν παρεμβαίνει. Σε περίπτωση πτώχευσης του εταίρου που έχει παράσχει εγγυητική εισφορά, οι πιστωτές της εταιρίας θα μπορούν να αναγγελθούν στην πτώχευση και να καταταγούν όλοι μαζί pro rata με μέγιστο ποσό ικανοποίησης το ποσό της εισφοράς του.
Στις περιπτώσεις ακύρωσης εταιρικών μεριδίων λόγω εξόδου ή αποκλεισμού εταίρου, καθώς και αναγκαστικής εκποίησης εταιρικών μεριδίων, ο εταίρος που δεν έχει καταβάλει πλήρως το ποσό της ευθύνης του από εγγυητική εισφορά, εξακολουθεί να είναι υπόχρεος έναντι τρίτων για την καταβολή των χρεών της εταιρείας που γεννήθηκαν πριν από την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. των γεγονότων αυτών, για διάστημα τριών (3) ετών μετά την καταχώριση αυτή. Επιπλέον, αντίστοιχα προς τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 4 του προηγούμενου άρθρου, γίνεται πρόβλεψη για τις περιπτώσεις ακύρωσης μεριδίων εγγυητικών εισφορών λόγω εξόδου ή αποκλεισμού του εταίρου ή αναγκαστικής εκποίησης των μεριδίων του. Σε αυτήν την περίπτωση, ο εταίρος με εγγυητική εισφορά που δεν έχει καταβάλει πλήρως το ποσό της ευθύνης του που απορρέει από αυτήν, συνεχίζει να ευθύνεται έναντι των εταιρικών δανειστών επί μία τριετία για τα χρέη που γεννήθηκαν πριν την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. των γεγονότων που σηματοδότησαν το τέλος της ιδιότητάς του ως εταίρου. Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στην προστασία των εταιρικών δανειστών που συναλλάχτηκαν με την εταιρία αποβλέποντας στην εγγυητική εισφορά του αποχωρούντος εταίρου. Τέλος, ο Νόμος, αναγνωρίζοντας τη σημασία που αναμένεται να έχει η ύπαρξη και η ταυτότητα των εταίρων με εγγυητικές εισφορές για τη συναλλακτική ζωή της εταιρίας, υποχρεώνει το διαχειριστή να μεριμνά ώστε το ΓΕΜΗ και η ιστοσελίδα της εταιρίας να εμφανίζουν κατά πάντα χρόνο το ύψος και τη σύνθεση των εγγυητικών εισφορών, επικαιροποιώντας το σχετικό πίνακα μετά από κάθε μεταβολή (π.χ. ανάληψη νέας εγγυητικής εισφοράς, εξαγορά της σύμφωνα με το
άρθρο 82, καταβολή εταιρικού χρέους από εταίρο με εγγυητική εισφορά, κλπ.).

2. Δεύτερη καινοτομία αποτελεί η δυνατότητα (άρθρο 43 παρ.5) το καταστατικό της
εταιρείας και οι τροποποιήσεις του, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικά έγγραφα, καθώς
και τα πρακτικά, να συντάσσονται και σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά τούτο ο νόμος απομακρύνεται από τον κανόνα ότι τα
βιβλία τηρούνται (μόνο) στην ελληνική γλώσσα (βλ. ιδίως άρθρα 41 § 3 και 58α στ. δ΄ κ.ν. 2190/1920, 2 παρ. 6 ΚΒΣ) με σκοπό να διευκολυνθεί η λειτουργία της ΙΚΕ όταν υπάρχουν αλλοδαποί εταίροι ή αλλοδαποί συναλλασσόμενοι με αυτή. Ωστόσο, όλα τα έγγραφα που καταχωρίζονται στο ΓΕΜΗ, θα πρέπει να προσκομίζονται σε επικυρωμένη μετάφραση. Μάλιστα, όταν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ελληνικό και το ξενόγλωσσο κείμενο, υπερισχύει έναντι των καλόπιστων τρίτων το ελληνικό κείμενο.

3. Εταιρική διαφάνεια

Τρίτη καινοτομία αποτελεί η επιβολή στην ΙΚΕ υποχρεώσεων αυξημένης εταιρικής
διαφάνειας για την προστασία τόσο των συναλλασσομένων με την εταιρία, ιδίως των δανειστών της, όσο και των εταίρων (άρθρο 47). Ετσι, μια σειρά πληροφοριών θα πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται σε κάθε έντυπο της εταιρείας (όπως η επωνυμία της, το εταιρικό κεφάλαιο, το συνολικό ποσό των εγγυητικών εισφορών του άρθρου 79, ο αριθμός Γ.Ε.ΜΗ. της εταιρείας, η έδρα της και η ακριβής της διεύθυνση, αν η εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση και η ιστοσελίδα της). Για πρώτη φορά σε νομοθετικό κείμενο: α) επιβάλλεται η υποχρέωση στην ΙΚΕ να διατηρεί ιστοσελίδα και να αναφέρει σ’ αυτήν τις πληροφορίες που συντελούν στην ασφάλεια των συναλλαγών και την προστασία των συναλλασσομένων, όπως, πέραν των προηγούμενων πληροφοριών επιπλέον και τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις των εταίρων, τα στοιχεία του διαχειριστή καθώς και την κατηγορία των εισφορών του κάθε εταίρου, και β) οι υπογραφές των εταίρων, στις αποφάσεις που αυτοί λαμβάνουν χωρίς συνέλευση, μπορούν να αντικατασταθούν με ανταλλαγή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό.

Η ύπαρξη τριών ειδών εταιρικών μεριδίων, που συνδέονται και με μη κεφαλαιακές εισφορές, δημιουργούν την ανάγκη πληροφόρησης των ενδιαφερομένων σχετικά με τα πρόσωπα που μετέχουν στην εταιρία και το είδος των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν. Ακριβώς αυτή η διασφάλιση των τρίτων αξιολογείται ως υπέρτερης αξίας σε σχέση με το δικαίωμα των εταίρων να διατηρήσουν την ανωνυμία τους. Με βάση αυτές τις παραδοχές η δημοσίευση απλών δεδομένων των εταίρων στην ιστοσελίδα της εταιρίας δεν εμπίπτει στο πεδίο του ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από των επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τέλος, προβλέπεται ότι, για όσο καιρό η εταιρία δεν διαθέτει ιστοσελίδα, η πληροφόρηση κάθε ενδιαφερομένου για τα κατά το νόμο αναρτητέα σ’ αυτήν στοιχεία, εξασφαλίζεται με αποστολή των εν λόγω στοιχείων σε όποιον τα ζητήσει. Σημειωτέον ότι η παράβαση των διατάξεων αυτών (του άρθρου 47) επισύρει ποινικές συνέπειες (άρθρο 119 που παραπέμπει στις ποινές του άρθρου 458 ΠΚ).

4. Η ευελιξία της νέας εταιρικής μορφής

Μία ακόμα καινοτομία-βασικό χαρακτηριστικό της νέας εταιρικής μορφής είναι η
ευελιξία της. Ήδη αναφέρθηκαν οι επιλογές των ενδιαφερομένων, που κινούνται μεταξύ δύο άκρων: να επιλέξουν ένα ακραιφνώς κεφαλαιουχικό σχήμα, με αποκλειστικά και μόνο κεφαλαιακές εισφορές, ή να διαμορφώσουν ένα σύστημα με έντονα προσωπικά στοιχεία, παροχή εργασίας και ευθύνη για τα χρέη της εταιρίας. Μπορούν συνεπώς τα μέρη με κατάλληλες καταστατικές διαμορφώσεις να δημιουργήσουν μια εταιρία που να μοιάζει σε μέγιστο βαθμό με την επε, όπως ρυθμίζεται από το ν. 3190/1955, ή με μια προσωπική εταιρία, αν κάνουν μεγάλη χρήση των εξωκεφαλαιακών ή εγγυητικών εισφορών, ή ακόμη και με την ανώνυμη εταιρία, αν επιλέξουν άλλες δυνατότητες που παρέχονται από το νόμο. Όριο βέβαια της προσέγγισης με την ανώνυμη εταιρία είναι, όπως ελέχθη, η αδυναμία έκδοσης μετοχών, με τα χαρακτηριστικά που αυτές έχουν. Όμως και πολλά άλλα στοιχεία της νέας εταιρίας μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο καταστατικής ρύθμισης και διαμόρφωσης, όπως συμβαίνει με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταίρων, τον τρόπο διαχείρισης της εταιρίας, τις μεταβολές στην εταιρική σύνθεση κ.ά.

Κωνσταντίνος Α. Αλεπάκος

Δικηγόρος - LLM


 Επιστημονικές εκδηλώσεις : Συνέδρια
Ο Σύνδεσμος διοργανώνει ετησίως ένα Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου, που διεξάγεται  σε επιλεγόμενη πόλη της Ελλάδος , συνήθως τέλη Οκτωβρίου - αρχές Νοεμβρίου ...διαβάστε περισσότερα

 Επιστημονικές εκδηλώσεις : Ημερίδες
Ο Σύνδεσμος διοργανώνει ετησίως δύο ημερίδες με επίκαιρα θέματα ...διαβάστε περισσότερα

 Επιστημονικές συναντήσεις
Τα μέλη του Συνδέσμου Ελλήνων Εμπορικολόγων στην προσπάθεια ανταλλαγής απόψεων και συνεχούς ενημερώσεώς των, συναντώνται σε τακτά (ανά δεκαπενθήμερο) χρονικά διαστήματα στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΔΣΑ (Ακαδημίας 60) ...διαβάστε περισσότερα

  Σύγχρονα ζητήματα της οικογενειακής επιχείρησης

25ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου
...διαβάστε περισσότερα

  Αναμνηστικός Τόμος Λεωνίδα Γεωργακόπουλου
Από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (MIET)
Τόμος I   |  Τόμος IΙ
Copyright 2005-2017 ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΛΟΓΩΝ | Developed by NOMIKI BIBLIOTHIKI WEB SERVICES