ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΛΟΓΩΝ         

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗ «ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΧΡΕΩΝ ΤΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ»

Το ελληνικό πτωχευτικό δίκαιο, ακόμα και μετά τη θέση σε ισχύ του νέου πτωχευτικού κώδικα με το ν. 3588 / 2007, εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε περίπτωση οικονομικής κατάρρευσης του οφειλέτη εμπόρου, ως φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Με το σχέδιο νόμου για τη «ρύθμιση των χρεών των υπερχρεωμένων καταναλωτών», προτείνεται η δυνατότητα εφαρμογής της πτωχευτικής διαδικασίας και στην περίπτωση των φυσικών προσώπων (καταναλωτών ή επαγγελματιών), που δεν διαθέτουν την εμπορική ιδιότητα. Πρωταρχικός επιδιωκόμενος σκοπός της πτώχευσης των καταναλωτών, που βαρύνονται με την κατοχή ενός ληξιπρόθεσμου χρέους (για παράδειγμα λόγω προσωπικού / καταναλωτικού / στεγαστικού δανείου), το οποίο αδυνατούν να αποπληρώσουν, δεν είναι η ικανοποίηση των πιστωτών τους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της πτώχευσης των εμπόρων, αλλά η οικονομική τους ανακούφιση και η επανένταξή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή (βλ. Livshits / MacGee / Tertilt, Consumer Bankruptcy: A Fresh Start, American Economic Review 2007, σελ. 1 – 31 ). Το εν λόγω νομοσχέδιο ακολουθεί με ορισμένες διαφοροποιήσεις την γερμανική πτωχευτική διαδικασία για τους καταναλωτές, που ρυθμίζεται στο ένατο μέρος (neunter Teil), §§ 304 - 314, του Γερμανικού Πτωχευτικού Κώδικα (Insolvenzordnung), όπως αυτός ισχύει από το 1999.

Για να υπαχθεί ο οφειλέτης στις ευνοϊκές διατάξεις του νομοσχεδίου για τη ρύθμιση των χρεών των καταναλωτών, πρέπει να βρίσκεται, σε οριστική ή επαπειλούμενη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του και η αδυναμία του αυτή να είναι πραγματική και όχι δόλια. Η προϋπόθεση της «μη δόλιας αδυναμίας» είναι ιδιαίτερης σημασίας, καθώς με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να αποφευχθεί η καταχρηστική αξιοποίηση του θεσμού από καταναλωτές, που θα επιχειρήσουν, να αποκρύψουν τους πόρους, που διαθέτουν, προκειμένου να υπαχθούν στη διαδικασία ρύθμισης των χρεών και να επιτύχουν με τον τρόπο αυτό απαλλαγή από τις οφειλές τους με ευνοϊκούς όρους. Το πρόβλημα, αυτό έχει έντονα παρατηρηθεί να συμβαίνει στις Η. Π. Α. (βλ. αναλυτικά LoPucki, Common Sense Consumer Bankruptcy, 71 Am. Bankr. L. J., (1997), σελ. 462 - ), όπου η πτώχευση των καταναλωτών εφαρμόζεται ήδη από το 1978. Η εν λόγω προϋπόθεση ωστόσο, με τον τρόπο, που αναφέρεται στην προτεινόμενη διάταξη κρίνεται μάλλον ως αναποτελεσματική, καθώς δεν προβλέπονται σαφή και ασφαλή κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία θα μπορεί να διαχωρίζεται ο οφειλέτης, ο οποίος πραγματικά αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του, από τον οφειλέτη, που αδιαφορεί ή προσπαθεί να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Χρήσιμη είναι η παρατήρηση, που έχει γίνει στο σημείο αυτό από την Ένωση Ελλήνων Τραπεζών, για τον προσδιορισμό της έννοιας της «οριστικής μόνιμης μη δόλιας αδυναμίας» με την προσθήκη ενδεικτικών κριτηρίων.

Σύμφωνα με τις προτεινόμενες διατάξεις η διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής από τα χρέη περιλαμβάνει τρία υποχρεωτικά στάδια. Το πρώτο στάδιο, λαμβάνει χώρα εξωδικαστικά και συνίσταται στην προσπάθεια του οφειλέτη να συμφωνήσει με τους πιστωτές του ως προς τη ρύθμιση των χρεών του και ενδεχομένως να επιτύχει και την απαλλαγή του από το υπόλοιπο αυτών. Ο εξωδικαστικός διακανονισμός πραγματοποιείται κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν την υποβολή της αίτησης «πτώχευσης» ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου από τον οφειλέτη και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη δικαστική επίλυση του ζητήματος. Η πρόβλεψη της ύπαρξής του ως υποχρεωτικό προκαταρκτικό στάδιο πριν την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας αποβλέπει στην ταχύτερη διευθέτηση των χρεών των καταναλωτών, τη δικαστηριακή αποφόρτιση και την αποφυγή καταβολής δαπανών, που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Schulte – Kaubruger, Das Verbraucherinsolvenzordnung aus Sicht der Glaubiger, DZWIR 1999, Heft 3, σελ. 95 – 99).

Στην περίπτωση που η προσπάθεια εξωδικαστικής διευθέτησης των χρεών του καταναλωτή με τους πιστωτές του αποβεί άκαρπη και δεν συμφωνήσουν μεταξύ τους σε ένα πλάνο εξυγίανσης των χρεών, ο καταναλωτής, έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει αίτηση ενώπιων του Ειρηνοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κύρια κατοικία του για την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας απαλλαγής από τα χρέη. Ο καθορισμός ως αρμόδιου δικαστηρίου του Ειρηνοδικείου, και όχι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που είναι αρμόδιο για την «εμπορική» πτώχευση, προβληματίζει, καθώς είναι αμφίβολο αν το Ειρηνοδικείο θα μπορέσει να ανταπεξέλθει σε αυτό το επιπλέον βάρος, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη του τη σοβαρότητα του ζητήματος και την ανάγκη ειδικών γνώσεων, που απαιτούνται γι’ αυτό, την αξία, που μπορεί να έχει το αντικείμενο της διαφοράς, αλλά και τον μεγάλο αριθμό των αιτήσεων, που αναμένεται να υποβληθούν, αν ισχύσει τελικά ο νόμος. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, πως σύμφωνα με το γερμανικό πτωχευτικό δίκαιο υφίσταται ενιαία αρμοδιότητα σε όλους τους τύπους πτώχευσης. Αρμόδια δικαστήρια στην περίπτωση των γερμανικών πτωχεύσεων είναι μόνο τα Ειρηνοδικεία (Amtsgericht), που βρίσκονται σε έδρα Πρωτοδικείου (§ 2 InsO).

Με την κατάθεση της αίτησης του οφειλέτη στο Ειρηνοδικείο, η οποία συνοδεύεται και από ένα σχέδιο διευθέτησης των χρεών ξεκινάει το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας για μερική απαλλαγή από τα χρέη. Το στάδιο αυτό συνίσταται και πάλι στην προσπάθεια επίτευξης συμβιβασμού μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών, αλλά μέσω της δικαστική οδού αυτή τη φορά. Για την ευδοκίμηση του συμβιβασμού αυτού αρκεί η συναίνεση των πιστωτών με απαιτήσεις, που υπερβαίνουν το ήμισυ των οφειλών.

Αν ούτε αυτή η προσπάθεια ευδοκιμήσει ξεκινάει το τρίτο και τελευταίο στάδιο, όπου η διευθέτηση των χρεών γίνεται πλέον από το δικαστήριο χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη πιστωτών και οφειλέτη. Στο στάδιο αυτό προβλέπονται δύο δυνατότητες. Σε περίπτωση που τα εισοδήματα και τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη επαρκούν για την αποπληρωμή των οφειλών του, το Ειρηνοδικείο ρυθμίζει την εξόφληση των χρεών του με ευνοϊκότερους όρους. Αν όμως δεν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία και τα τρέχοντα εισοδήματα του καταναλωτή δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των δανειακών του απαιτήσεων, τότε ο οφειλέτης μπορεί να απαλλαγεί από τα χρέη του, εφόσον αναλάβει για μία χρονική περίοδο από τρία ως πέντε έτη την υποχρέωση να πληρώσει με βάση το εισόδημα από την εργασία του ένα μέρος των χρεών, το οποίο καθορίζεται από το δικαστήριο και το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των οφειλών του. Η τήρηση αυτού του πλάνου πληρωμής για μερική εκπλήρωση των πιστωτών είναι αναγκαία προκειμένου να απαλλαγεί τελικά ο οφειλέτης από τα υπόλοιπα χρέη του.

Σημαντική καινοτομία της ελληνικής πρότασης νόμου για την πτώχευση των καταναλωτών σε σχέση με αντίστοιχες αλλοδαπές ρυθμίσεις αποτελεί η διάταξη για την προστασία της πρώτης κατοικίας Είναι γεγονός ωστόσο, πως η ρύθμιση πάσχει σε ορισμένα σημεία: (i) τα κριτήρια, που χρησιμοποιούνται για την προστασία της πρώτης κατοικίας στην προτεινόμενη διάταξη δεν είναι αρκετά ασφαλή (ii) η προστασία, που παρέχεται, δεν είναι απόλυτη και (iii) δεν προβλέπονται ειδικές περιπτώσεις, ούτε γίνεται κάποια διάκριση ανάλογα με την οικονομική θέση του εκάστοτε οφειλέτη, κάτι που κρίνεται αναγκαίο, δεδομένου του γεγονότος, πως η παρεχόμενη προστασία δεν είναι ανέξοδη. Παρ’ όλα αυτά αξίζει να σημειωθεί, πως η προσπάθεια που γίνεται για την παροχή ενός τέτοιου προστατευτικού μέτρου είναι πολύ σημαντική, καθώς με τον τρόπο αυτό επιχειρείται η διαφύλαξη των συνθηκών διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του. Σε διαφορετική περίπτωση οι καταναλωτές θα έπρεπε να εγκατέλειπαν τις κατοικίες τους για όσο διάστημα διαρκούσε η διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής από τα χρέη.

Τέλος πρέπει να αναφερθεί, πως η ψήφιση ενός τέτοιου νόμου για την εισαγωγή συστήματος αποβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών των υπερχρεωμένων, μη εμπόρων ιδιωτών, ανάλογου με αυτά που ήδη ισχύουν στα περισσότερα κράτη – μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης αλλά και στις Η. Π. Α. έχει προκαλέσει έντονες επιφυλάξεις από την πλευρά των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς φοβούνται, πως αν το νομοσχέδιο γίνει τελικά νόμος θα παρατηρηθεί κύμα απροθυμίας πληρωμής δόσεων από οφειλέτες δανείων, που σήμερα πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους εύκολα ή δύσκολα. Ο απεγκλωβισμός ωστόσο των οφειλετών, από το οικονομικό αδιέξοδο, στο οποίο έχουν περιέλθει, ώστε να μπορέσουν να κατορθώσουν ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα επιτάσσεται από το κοινωνικό κράτος δικαίου (βλ. Livshits / MacGee / Tertilt, Consumer Bankruptcy: A Fresh Start, American Economic Review 2007, σελ. 1 – 31 ), ενώ δεν παύει να εξυπηρετεί και το γενικό συμφέρον, καθώς οι καταναλωτές μέσω της παραπάνω διαδικασίας επανακτούν την αγοραστική τους δύναμη και μπορούν να συμμετέχουν και πάλι στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.

Ελένη Καραμανάκου, Δικηγόρος, ΜΔΕ, LL.M. (HU Berlin)
10.03.2010

 Επιστημονικές εκδηλώσεις : Συνέδρια
Ο Σύνδεσμος διοργανώνει ετησίως ένα Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου, που διεξάγεται  σε επιλεγόμενη πόλη της Ελλάδος , συνήθως τέλη Οκτωβρίου - αρχές Νοεμβρίου ...διαβάστε περισσότερα

 Επιστημονικές εκδηλώσεις : Ημερίδες
Ο Σύνδεσμος διοργανώνει ετησίως δύο ημερίδες με επίκαιρα θέματα ...διαβάστε περισσότερα

 Επιστημονικές συναντήσεις
Τα μέλη του Συνδέσμου Ελλήνων Εμπορικολόγων στην προσπάθεια ανταλλαγής απόψεων και συνεχούς ενημερώσεώς των, συναντώνται σε τακτά (ανά δεκαπενθήμερο) χρονικά διαστήματα στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΔΣΑ (Ακαδημίας 60) ...διαβάστε περισσότερα

  Σύγχρονα ζητήματα της οικογενειακής επιχείρησης

25ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου
...διαβάστε περισσότερα

  Αναμνηστικός Τόμος Λεωνίδα Γεωργακόπουλου
Από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (MIET)
Τόμος I   |  Τόμος IΙ
Copyright 2005-2017 ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΛΟΓΩΝ | Developed by NOMIKI BIBLIOTHIKI WEB SERVICES