ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΛΟΓΩΝ         

Η ρύθμιση του περιορισμού προστασίας του σήματος στο Σχέδιο Νόμου «Περί σημάτων» - Μερικές παρατηρήσεις σχετικά με τη «μη χρήση εν είδει σήματος» και την αποδυνάμωση δικαιώματος

Ηλίας Ευρ. Σουφλερός

Αναπληρωτής καθηγητής Νομικής Σχολής Αθηνών, Δικηγόρος

Ι. Εισαγωγικά

Στις 6.5.2011 δόθηκε σε δημόσια διαβούλευση το Σχέδιο Νόμου «Περί σημάτων προϊόντων και υπηρεσιών» (δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα: http://www.opengov.gr/ypoian/?p=1970). Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν αφορούν το άρθρο 18 («Περιορισμός προστασίας»)του Σ/Ν και ειδικότερα τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του τελευταίου που αναφέρονται στην «μη χρήση εν είδει σήματος» και την αποδυνάμωση δικαιώματος. Οι διατάξεις αυτές προσεγγίζονται κριτικά και εξετάζονται υπό το πρίσμα του συμβατού τους προς την οδηγία 89/104/ΕΟΚ «για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων».

ΙΙ. Άρθρο 18 παρ. 1 εδάφιο 2 του Σχεδίου Νόμου – Ανάγκη διαγραφής της φράσης «και ιδίως όχι εν είδει σήματος»

1. Η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του Σ/Ν (που απαριθμεί συγκεκριμένες περιπτώσεις περιορισμού της προστασίας του σήματος επιτρέποντας την, χωρίς την άδεια του σηματούχου, χρήση του από τρίτους υπό τις εκεί οριζόμενες προϋποθέσεις) αποτελεί επανάληψη της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του ισχύοντος Ν. 2239/1994 «περί σημάτων». Σημασία έχει εν προκειμένω το δεύτερο εδάφιο της ως άνω διάταξης που ορίζει ότι:

«Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και ιδίως όχι εν είδει σήματος».

2. Όπως έχει επισημανθεί, ήδη υπό το κράτος του ισχύοντος Ν. 2239/1994, η ως άνω πρόσθετη (αρνητική) προϋπόθεση της «μη χρήσης εν είδει σήματος» δεν περιλαμβάνεται στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 στοιχ. γ΄ της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ [βλ. Ν. Ρόκα, Λειτουργικές μεταβολές του δικαιώματος στο σήμα, ΕΕμπΔ 1997, 443, 449, 457, Σουφλερό, Παράλληλο εμπόριο και δικαίωμα στο σήμα κατά την Οδηγία 89/104/ΕΟΚ – Με αφορμή την απόφαση του ΔΕΚ της 23.2.1999 στην υπόθεση C-63/97, BMW, ΕΕμπΔ 1999, 431, 443 επ. = Αναμν. Τόμος Μιχ. Μηνούδη, 2004, σελ. 661, 676 επ., βλ. και Τζουγανάτο, εις Καράκωστα/Τζουγανάτου, Προστασία του καταναλωτή (Ν. 2251/1994), 2002, σελ.294, υποσημ. 380, τον ίδιο, Συμφωνίες αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής στο δίκαιο του ανταγωνισμού, 2001, σελ. 215 επ, Κινινή, Η απαγόρευση χρήσης διακριτικών γνωρισμάτων με ασφαλιστικά μέτρα, σε συλλ. τόμο «Τα ασφαλιστικά μέτρα στο εμπορικό δίκαιο» - 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου, 2005, σελ. 195, 230, όλοι με περαιτέρω παραπομπές].

3. Επιπλέον είχε επισημανθεί ότι, ενόψει της ερμηνείας που έδωσε το ΔΕΚ (τώρα ΔικΕΕ) στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. α΄ της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ (αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 3 του Ν.2239/1994), σύμφωνα με την οποία (ερμηνεία) κάθε χρησιμοποίηση σημείου όμοιου ή παρόμοιου προς ξένο σήμα ακόμα και αν γίνεται στο πλαίσιο γνωστοποίησης της προέλευσης ή του προορισμού προϊόντων ή υπηρεσιών συνιστά «χρήση εν είδει σήματος» κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 23.2.1999, υποθ. C-63/97, BMW, ΕΕμπΔ 1999, σελ. 419, σκέψεις 34, 38-39, 42 και διατακτικό της απόφασης), η ισχύς της ως άνω πρόσθετης προϋπόθεσης της «μη χρήσης εν είδει σήματος» [η οποία αποτελεί κατάλοιπο του προϊσχύσαντος Ν. 1998/1939 (άρθρο 18)], θα οδηγούσε σε απαγόρευση, βάσει των άρθρων 18 παρ. 3 και 26 παρ. 1 του Ν. 2239/1994, κάθε αναφοράς σε ένδειξη που αποτελεί ξένο σήμα, στο πλαίσιο της δήλωσης (προέλευσης ή) προορισμού προϊόντων (ή υπηρεσιών) εφόσον δεν θα υπήρχε η συναίνεση του δικαιούχου, ακόμα και αν συνέτρεχαν οι λοιπές προϋποθέσεις του «αναγκαίου» και της «χρήσης σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη» κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 2239/1994 και, με την έννοια αυτή, θα ερχόταν σε αντίθεση προς την οδηγία, όπως αυτή ερμηνεύτηκε αυθεντικά από το ΔΕΚ (βλ. Σουφλερό, ό.π.). Εξάλλου, όπως διευκρίνισε και το ίδιο το ΔΕΚ στη μεταγενέστερη απόφασή του της 7.1.2004, υπόθ. C-100/02, Gerolsteiner Brunnen, σκέψη 15, «μια φράση όπως “χρησιμοποιείται ως σήμα” δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη για τον καθορισμό του περιεχομένου του άρθρου 6 της οδηγίας 89/104» (βλ. επίσης σκέψεις 13-14, 16-18, 24 και 27 της ίδιας απόφασης και σχετικά Μαρίνο, ΧρΙΔ 2004, 451, 452). Για το λόγο αυτό είχε προταθεί είτε να απαλειφθεί η ως άνω πρόσθετη (αρνητική) προϋπόθεση της «μη χρήσης εν είδει σήματος», είτε, μέχρι την απάλειψή της, να αδρανοποιηθεί ερμηνευτικά, είτε να γίνει τελολογική συστολή της με την έννοια ότι θα αφορά μόνο εκείνες τις περιπτώσεις που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του «αναγκαίου» ή της «χρήσης σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη» (βλ. Σουφλερό, ό.π.).

4. Ενόψει των παραπάνω, και με την ευκαιρία της αναμόρφωσης του δικαίου των σημάτων που επιχειρείται με το υπό δημόσια διαβούλευση Σ/Ν, η φράση «και ιδίως όχι εν είδει σήματος»θα πρέπει να απαλειφθεί από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. 2 του τελευταίου.

ΙΙΙ. Άρθρο 18 παρ. 2 του Σχεδίου Νόμου

1. Πλήρης εναρμόνιση προς την οδηγία 89/104/ ΕΟΚ, όσον αφορά την αποδυνάμωση του δικαιώματος του προγενέστερου σηματούχου

5. Θετική κρίνεται καταρχήν η προσθήκη της διάταξης της παραγράφου 2 στο άρθρο 18 του Ν/Σ που αναφέρεται στην αποδυνάμωση του δικαιώματος του προγενέστερου δικαιούχου σήματος να ζητήσει την απαγόρευση της χρήσης μεταγενέστερου σήματος ορίζοντας ότι:

«Ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 του παρόντος νόμου, δεν έχει το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, για τις οποίες έχει καταχωρισθεί, εφόσον ανέχτηκε εν γνώσει του τη χρήση του σήματος αυτού για περίοδο πέντε συνεχών ετών, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη. …….».

6. Παρόμοια διάταξη δεν υπάρχει στο αντίστοιχο άρθρο 20 του ισχύοντος Ν. 2239/1994 «περί σημάτων».

7. Με την προσθήκη της ως άνω διάταξης επέρχεται πλήρης συμμόρφωση της ελληνικής νομοθεσίας περί σημάτων προς την (αναγκαστικού δικαίου!) διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία:

«Όταν, σε ένα κράτος μέλος, ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, ανέχθηκε εν γνώσει του, για περίοδο πέντε συνεχών ετών, τη χρήση μεταγενέστερου σήματος καταχωρισμένου στο εν λόγω κράτος μέλος, δεν δικαιούται πλέον, βάσει του προγενέστερου σήματος, να ζητήσει την ακύρωση ούτε να αντιταχθεί στη χρήση του μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες το μεταγενέστερο σήμα χρησιμοποιήθηκε, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος ήταν κακόπιστη».

8. Ο ισχύων Ν. 2239/1994 προβλέπει την αποδυνάμωση («απώλεια» κατά τη διατύπωση της οδηγίας) του δικαιώματος του προγενέστερου δικαιούχου μόνο όσον αφορά την διαγραφή («ακύρωση» κατά τη διατύπωση της οδηγίας) του μεταγενέστερου σήματος (βλ. αρθρο 17 παρ. 2 στοιχ. β΄ του Ν. 2239/1994 που αντιστοιχεί προς τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 στοιχ. β΄ του Ν/Σ), όχι όμως και όσον αφορά την απαγόρευση χρήσης του τελευταίου, πράγμα που έχει ήδη επισημανθεί από την επιστήμη [βλ. ενδεικτικά Μαρίνο, Η ένσταση αποδυνάμωσης δικαιώματος στο νέο δίκαιο των σημάτων, ΧρΙΔ 2003, 865, 866 επ., τον ίδιο, Προστασία προγενέστερου σήματος από τη χρήση χρονικά μεταγενέστερου, ΧρΙΔ 2005, 860, 863 επ., Βενιέρη, Η Προστασία σήματος έναντι άλλου σήματος ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ΔΕΕ 2006, 585, 589 επ., Συνοδινό, Παρατ. στην ΜΠρΑθ 8784/2003, ΔΕΕ 2004, 275 επ., Ψάρρα, εις Δίκαιο Σημάτων (επιμ. Ν. Ρόκα), 1996, άρθρο 32, αρ.14, σελ. 352 επ.].

9. Η νεοεισαγόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του Σ/Ν αποκαθιστά την ως άνω μέχρι τώρα παράλειψη του έλληνα νομοθέτη να προβεί σε πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 της οδηγίας.

10. Επιπλέον, η ως άνω νεοεισαγόμενη διάταξη θα οδηγήσει και στη διόρθωση της εσφαλμένης ερμηνείας που δίνεται σήμερα στο άρθρο 32 του ισχύοντος Ν. 2239/1994 (αντίστοιχο του άρθρου 31 του Σ/Ν) που ορίζει ότι:

«Τα πολιτικά δικαστήρια ουδεμία έχουν αρμοδιότητα, όπου καθίστανται κατά τον παρόντα νόμο αρμόδια η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Οι αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, κατά των οποίων δεν χωρεί προσφυγή, και οι αμετάκλητες αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, που εκδίδονται κατά τον παρόντα νόμο, είναι υποχρεωτικές για τα πολιτικά δικαστήρια και κάθε άλλη αρχή».

11. Πράγματι, υπό τον ισχύοντα Ν. 2239/1994, λόγω κυρίως της απουσίας διάταξης όπως αυτή του άρθρου 18 παρ.2 του Σ/Ν, η ως άνω δικονομική διάταξη του άρθρου 32, η οποία σημειωτέον δεν έχει κοινοτική (τώρα «ευρωπαϊκή» ή «ενωσιακή»)προέλευση, ερμηνεύεται, από την κρατούσα στη νομολογία άποψη (με ελάχιστες εξαιρέσεις, βλ. ιδίως ΠΠρΑθ 7440/1999, ΕΕμπΔ 2000, 573, 576 επ., η οποία διακρίνει μεταξύ υπόστασης και παράνομης χρήσης του σήματος), κατά τρόπο κατάφωρα αντίθετο προς την οδηγία 89/104/ΕΟΚ. Ερμηνεύεται δηλ. υπό την έννοια ότι το ως άνω άρθρο 32 δεν επιτρέπει (δήθεν) ούτε την απαγόρευση της (παράνομης) χρήσης ενός (ακόμα και διαγραπτέου) σήματος με απόφαση των πολιτικών δικαστηρίων, αφού το τελευταίο, σύμφωνα με την ως άνω εσφαλμένη ερμηνεία, θα προστατεύεται, ακόμα και όσον αφορά την απαγόρευση της (παράνομης) χρήσης του, μέχρι τη διαγραφή του με (αμετάκλητη) απόφαση της ΔΕΣ ή των διοικητικών δικαστηρίων. Και τούτο παρά το γεγονός ότι:

α) Η ΔΕΣ και τα διοικητικά δικαστήρια, έχουν, βάσει του νόμου, αρμοδιότητα μόνο για θέματα καταχώρισης και διαγραφής του σήματος και όχι για την απαγόρευση (παράνομης) χρήσης του τελευταίου, η οποία, βάσει του άρθρου 26 του Ν. 2239/1994, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων ως αφορώσα τα όρια προστασίας του (καταχωρισμένου) σήματος.

β) Από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 στοιχ. β΄ του ισχύοντος Ν. 2239/1994 (βλ. παρακάτω, αριθμ. 16)και ιδίως από τη φράση «εάν ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος ή άλλου προγενέστερου δικαιώματος ανέχθηκε εν γνώσει του τη χρήση μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωρισθεί για περίοδο πέντε (5) συνεχών ετών», προκύπτει, εμμέσως και εξ αντιδιαστολής, ότι (πρέπει να) παρέχεται στον ως άνω προγενέστερο δικαιούχο το δικαίωμα να μην ανεχθεί τη χρήση του μεταγενέστερου σήματος, δηλ. να ζητήσει την απαγόρευση της (παράνομης) χρήσης του. Αυτό θα πρέπει να γίνει, κατά την ορθότερη άποψη, με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ή αγωγή ενώπιον των (αρμόδιων εν προκειμένω) πολιτικών δικαστηρίων, δεν αρκεί δηλ.η απλή επίδοση εξώδικης διαμαρτυρίας ή δήλωσης [βλ. Μαρίνο, ΧρΙΔ 2003, 867, πρβλ. όμως Σοφή, Δίκαιο Σημάτων (επιμ. Ν. Ρόκα), 1996, άρθρο 17, αρ.73, σελ. 204, ο οποίος θεωρεί ως «ανοχή της χρήσης μεταγενέστερου σήματος» μόνο την παράλειψη του προγενέστερου δικαιούχου να ζητήσει τη διαγραφή του μεταγενέστερου σήματος].

12. Το πρόβλημα που δημιουργείται από την ως άνω κρατούσα στη νομολογία εσφαλμένη άποψη επιτείνεται από τη βραδύτητα της διαδικασίας διαγραφής του σήματος και τη μη ύπαρξη, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, ταχείας διαδικασίας ανάλογης των ασφαλιστικών μέτρων. Αυτό σημαίνει ότι η οριστική διαγραφή του – διαγραπτέου – σήματος μπορεί να καθυστερήσει πολλά χρόνια! Ειδικά όμως στο δίκαιο της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας και μάλιστα στο δίκαιο των σημάτων, ο παράγοντας «χρόνος» μπορεί να έχει εξαιρετική σημασία και μια καθυστέρηση στην αντιμετώπιση της διαφοράς μπορεί ακόμα και να καταστήσει εντελώς αδιάφορη τη μεταγενέστερη επίλυσή της, ενώ η ζημία που θα έχει επέλθει στο μεταξύ στους θιγόμενους δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί (βλ. ενδεικτικά Ν.Ρόκα, Δίκαιο Σημάτων, 1978, 141 επ., τον ίδιο, Παρατηρήσεις στην ΜΠρΚορ. 39/1976, ΕΕμπΔ 1976, 326, Ψάρρα, εις Δίκαιο Σημάτων, ό.π., άρθρο 32, αρ.1, σελ. 347 επ., Βενιέρη, ό.π., ΔΕΕ 2006, 585, 587). Τα ανεπιεική αυτά αποτελέσματα έχουν οδηγήσει την επιστήμη, υπό το ισχύον καθεστώς του Ν. 2239/1994, στη διατύπωση διαφόρων θέσεων και προτάσεων για την αντιμετώπισή τους (βλ. ενδεικτικά Αντωνόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, β΄ έκδοση 2005, σελ. 466 επ., αριθμ. 576-579, Βενιέρη, ό.π., ΔΕΕ 2006, 585, 586 επ, τον ίδιο, Ένδικα βοηθήματα ενώπιον της διοίκησης και των διοικητικών δικαστηρίων για την προστασία δικαιούχου σήματος/διακριτικού γνωρίσματος έναντι άλλου σήματος, ΧρΙΔ 2006, 663, 665 επ., Μαρίνο, ΧρΙΔ 2005, 860, 862 επ, Συνοδινό, ΔΕΕ 2004, 277 επ., Χρυσάνθη, Η δέσμευση από τις αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και ο παρεμπίπτων έλεγχος από τα δικαστήρια, σε συλλ. τόμο «Τα ασφαλιστικά μέτρα στο εμπορικό δίκαιο» - 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου, 2005, σελ. 374 επ., Ψάρρα, εις Δίκαιο Σημάτων, ό.π., άρθρο 32, αρ.16 επ., σελ. 353 επ. και, υπό το κράτος του προϊσχύσαντος Α.Ν. 1998/1939, Ν.Ρόκα, Δίκαιο Σημάτων, 1978, 141 επ.).

13. Η ως άνω εσφαλμένη ερμηνεία δεν θα έχει πλέον έδαφος εφαρμογής με τη νεοεισαγόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του Σ/Ν, (βλ. παραπάνω, αριθμ. 5), αφού από αυτή θα προκύπτει πλέον, ακόμα σαφέστερα από ό,τι υπό τον ισχύοντα Ν. 2239/1994 (βλ. παραπάνω, αριθμ. 11),έστω και εξ αντιδιαστολής (όπως άλλωστε συμβαίνει και με την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της οδηγίας), ότι ο προγενέστερος δικαιούχος σήματος έχει δικαίωμα, απονεμόμενο από την ίδια τη διάταξη, να ζητήσει την απαγόρευση χρήσης του μεταγενέστερου σήματος, τουλάχιστον εντός της πενταετίας (χωρίς καμία περαιτέρω προϋπόθεση), αλλά και μετά από αυτή, εφόσον η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη. Διασφαλίζεται και ενισχύεται έτσι και η παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας σε όσους αντλούν δικαιώματα από την οδηγία [για την αρχή της πλήρους αποτελεσματικότητας του κοινοτικού (τώρα ενωσιακού) δικαίου βλ. αντί πολλών Συνοδινό , ό.π., σελ. 277 επ., με περαιτέρω παραπομπές και στη σχετική νομολογία του ΔΕΚ].

2. Πλημμελής εναρμόνιση προς την οδηγία 89/104/ ΕΟΚ, όσον αφορά την αποδυνάμωση του δικαιώματος του δικαιούχου άλλου προγενέστερου δικαιώματος - Συνέπειες

14. Πρόβλημα όμως εξακολουθεί να υπάρχει όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τη διάταξη του άρθρου 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 89//ΕΟΚ, η οποία ορίζει ότι:

«Κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι η παράγραφος 1 ισχύει για τον δικαιούχο προγενέστερου σήματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 στοιχείο α΄ (σημ. του γράφοντος: η διάταξη αυτή αναφέρεται στο σήμα φήμης και αντιστοιχεί στο άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του Ν. 2239/1994 και του Σ/Ν)ή για τον δικαιούχο άλλου προγενέστερου δικαιώματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 στοιχεία β΄ ή γ΄ (σημ. του γράφοντος: η διάταξη αυτή αντιστοιχεί στο άρθρο 4 παρ. 3 στοιχ. α΄ και β΄ του Ν. 2239/1994 και του Σ/Ν)».

15. Εν προκειμένω διαπιστώνεται μια αναντιστοιχία ανάμεσα στη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 και στη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 στοιχ. β΄ του Σ/Ν. Ειδικότερα:

16. Η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 στοιχ. β΄ του Σ/Ν, επαναλαμβάνοντας την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 στοιχ. β΄ του ισχύοντος Ν. 2239/1994, ορίζει ότι:

«Το σήμα δε διαγράφεται:

α. …………………..………………………..

β. εάν ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος ή άλλου προγενέστερου δικαιώματος ανέχθηκε εν γνώσει του τη χρήση μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωρισθεί για περίοδο πέντε (5) συνεχών ετών, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη».

17. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο έλληνας νομοθέτης επέλεξε να κάνει χρήση της ευχέρειας που του παρέχει η ως άνω διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 της οδηγίας, όσον αφορά την αποδυνάμωση («απώλεια» κατά τη διατύπωση της οδηγίας), του δικαιώματος του δικαιούχου (όχι μόνο προγενέστερου σήματος αλλά και)άλλου προγενέστερου δικαιώματος να ζητήσει τη διαγραφή του μεταγενέστερου σήματος.

18. Αντίθετα, όπως προκύπτει από την νεοεισαγόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2, πρώτο εδάφιο του Σ/Ν (βλ. παραπάνω, αριθμ. 5) που αφορά την αποδυνάμωση του δικαιώματος του προγενέστερου δικαιούχου να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερου σήματος («να αντιταχθεί στη χρήση του» κατά τη διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 της οδηγίας), η ως άνω διάταξη αναφέρεται μόνο στον «δικαιούχο προγενέστερου σήματος» και όχι και στον «δικαιούχο άλλου προγενέστερου δικαιώματος» κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 2 (σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ. 4 στοιχ. β΄ ή γ΄) της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ.

19. Η παράλειψη αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ, η οποία προβλέπει ότι:

«Κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι η παράγραφος 1 (σημ. του γράφοντος: στο σύνολό της!)ισχύει ……. για τον δικαιούχο άλλου προγενέστερου δικαιώματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παρ. 4 στοιχ. β΄ ή γ΄».

20. Με άλλα λόγια, εφόσον ο εθνικός νομοθέτης επιλέξει, κάνοντας χρήση της ευχέρειας που παρέχει η ως άνω διάταξη της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ, να επεκτείνει τη ρύθμιση της αποδυνάμωσης δικαιώματος που προβλέπει η παρ. 1 του άρθρου 9 και στον «δικαιούχο άλλου προγενέστερου δικαιώματος», τότε η επέκταση αυτή δεν μπορεί να αφορά επιλεκτικά μόνο το δικαίωμα του ως άνω προγενέστερου δικαιούχου να ζητήσει τη διαγραφή («ακύρωση» κατά τη διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ) του μεταγενέστερου σήματος αλλά και το δικαίωμά του να ζητήσει την απαγόρευση χρήσης του μεταγενέστερου σήματος. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 της οδηγίας δεν επιτρέπει τέτοιο διαχωρισμό της αναγκαστικού δικαίου διάταξης της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, αλλά αναφέρεται στο σύνολο της τελευταίας.

21. Ανάλογα ισχύουν και για τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 18 παρ. 2 του Σ/Ν (που αναφέρεται στην αντίστροφη περίπτωση), σύμφωνα με την οποία:

«Ο μεταγενέστερος δικαιούχος δεν μπορεί να απαγορεύσει τη χρήση του προγενέστερου σήματος».

22. Και η διάταξη αυτή, στο μέτρο που αναφέρεται μόνο στη μη ύπαρξη δυνατότητας του μεταγενέστερου σηματούχου να απαγορεύσει τη χρήση μόνο του «προγενέστερου σήματος» (και όχι και του «άλλου προγενέστερου δικαιώματος») δεν είναι σύμφωνη με την σαφώς ευρύτερη διατύπωση της αντίστοιχης διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 της οδηγίας, σύμφωνα με την οποία:

«Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2, ο δικαιούχος μεταγενέστερου καταχωρισμένου σήματος δεν δικαιούται να αντιταχθεί στη χρήση του προγενέστερου δικαιώματος (σημ. του γράφοντος: δηλ. είτε αυτό αναφέρεται σε προγενέστερο σήμα είτε σε άλλο προγενέστερο δικαίωμα!), ακόμα και αν το δικαίωμα εκείνο δεν μπορεί πλέον να προβληθεί κατά του μεταγενέστερου σήματος».

23. Επιπλέον, η ως άνω - ανεπίτρεπτη με βάση την οδηγία - «διάσπαση» της παρ. 1 του άρθρου 9 της οδηγίας από τον εθνικό νομοθέτη, θα οδηγήσει, αν παραμείνει ως έχει, στα ακόλουθα ανεπιεική αποτελέσματα:

24. α) Από τη σκοπιά του «προγενέστερου δικαιούχου» θα συνεπάγεται διαφορετική ρύθμιση της αποδυνάμωσης του δικαιώματός του, ανάλογα με το αν αυτός είναι δικαιούχος προγενέστερου σήματος (οπότε η αποδυνάμωση θα καλύπτει τόσο το δικαίωμά του να ζητήσει τη διαγραφή, όσο και το δικαίωμά του να ζητήσει την απαγόρευση χρήσης του μεταγενέστερου σήματος, άρθρα 32 παρ. 2 στοιχ. β΄ και 18 παρ. 2 Σ/Ν) ή δικαιούχος άλλου προγενέστερου δικαιώματος (οπότε η αποδυνάμωση θα καλύπτει μόνο το δικαίωμά του να ζητήσει τη διαγραφή βάσει του άρθρου 32 παρ. 2 στοιχ. β΄ Σ/Ν). Κάτι τέτοιο αντιβαίνει στην αρχή της ισότιμης ισχύος των διακριτικών γνωρισμάτων του τυπικού και του ουσιαστικού συστήματος, όπως αυτή επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, και στο άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2239/1994 καθώς και στο αντίστοιχο άρθρο 4 παρ. 3 του Σ/Ν (βλ. αντί πολλών Ν. Ρόκα, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, 2004, σελ. 118).

25. β) Από τη σκοπιά του «μεταγενέστερου σηματούχου» θα συνεπάγεται :

αα) Διαφορετική προστασία του τελευταίου, όσον αφορά την (μη) απαγόρευση της χρήσης του μεταγενέστερου σήματος ανάλογα με το αν ο προγενέστερος δικαιούχος είναι δικαιούχος σήματος (οπότε η αποδυνάμωση θα καταλαμβάνει τόσο το δικαίωμά του να ζητήσει τη διαγραφή, όσο και το δικαίωμά του να ζητήσει την απαγόρευση χρήσης του μεταγενέστερου σήματος, άρθρα 32 παρ. 2 στοιχ. β΄ και 18 παρ. 2 Σ/Ν) ή δικαιούχος άλλου προγενέστερου δικαιώματος (οπότε η αποδυνάμωση θα καταλαμβάνει μόνο το δικαίωμά του να ζητήσει τη διαγραφή βάσει του άρθρου 32 παρ. 2 στοιχ. β΄ Σ/Ν).

ββ) Διαφορετική προστασία ανάλογα με το αν ζητείται η διαγραφή του μεταγενέστερου σήματος, οπότε η ρυθμιζόμενη αποδυνάμωση θα ισχύει τόσο ως προς το «δικαιούχο προγενέστερου σήματος» όσο και ως προς τον «δικαιούχο άλλου προγενέστερου δικαιώματος» (βάσει του άρθρου 32 παρ. 2 στοιχ. β΄ του Ν/Σ) ή αν ζητείται η απαγόρευση χρήσης του μεταγενέστερου σήματος [οπότε η αποδυνάμωση θα ισχύει μόνο ως προς τον «δικαιούχο προγενέστερου σήματος» (άρθρο 18 παρ. 2 Σ/Ν) και όχι ως προς τον «δικαιούχο προγενέστερου δικαιώματος»].

26. Στο πλαίσιο αυτό επισημαίνεται ότι τυχόν προβολή του επιχειρήματος, ότι η ρύθμιση της αποδυνάμωσης του συγκεκριμένου δικαιώματος του «δικαιούχου άλλου προγενέστερου δικαιώματος» δεν (πρέπει να) εμπίπτει στο πεδίο του δικαίου των σημάτων (αφού αυτός δεν είναι – προγενέστερος - δικαιούχος «σήματος»), αλλά στο πεδίο του δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων του ουσιαστικού συστήματος ή του δικαίου άλλων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, δεν θα ήταν ορθή. Τούτο δε διότι η συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων της αποδυνάμωσης ως προς τον «προγενέστερο δικαιούχο άλλου δικαιώματος» έχει άμεση επίπτωση στην έκταση του επιτρεπτού της χρήσης του μεταγενέστερου σήματος και, με την έννοια αυτή, ενδιαφέρει ασφαλώς το δίκαιο των σημάτων. Άλλωστε, μια τέτοια άποψη θα ήταν ασυμβίβαστη με τη ρύθμιση του άρθρου 32 παρ. 2 στοιχ. β΄ που αναφέρεται στην αποδυνάμωση του δικαιώματος (και) του «δικαιούχου άλλου προγενέστερου δικαιώματος» να ζητήσει τη διαγραφή του μεταγενέστερου σήματος, ακριβώς επειδή η συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων της αποδυνάμωσης του τελευταίου αυτού δικαιώματος έχει άμεση επίπτωση στην υπόσταση του μεταγενέστερου σήματος. Τούτο επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την ίδια την οδηγία, η οποία προβλέπει, στο άρθρο 9 παρ. 2, την εφαρμογή του συνόλου της ρύθμισης της αποδυνάμωσης που προβλέπει η παρ. 1 (δηλ. τόσο ως προς την διαγραφή, όσο και ως προς την απαγόρευση χρήσης του μεταγενέστερου σήματος), σε περίπτωση που ο εθνικός νομοθέτης κάνει χρήση της ευχέρειας να επεκτείνει τη ρύθμιση της αποδυνάμωσης και στον «δικαιούχο άλλου προγενέστερου δικαιώματος» (βλ. παραπάνω, αριθμ. 19-22).

27. Από την άλλη πλευρά, η ως άνω διαφορετική ρύθμιση της αποδυνάμωσης ανάλογα με τη φύση του προγενέστερου δικαιώματος (σήμα ή άλλο δικαίωμα) θα μπορούσε να ερμηνευτεί εσφαλμένα προς την κατεύθυνση ότι ο δικαιούχος προγενέστερου δικαιώματος (που δεν είναι σήμα) δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει, ούτε εντός της πενταετίας, την απαγόρευση χρήσης του μεταγενέστερου συγκρουόμενου σήματος, από τα (αρμόδια εν προκειμένω) πολιτικά δικαστήρια. Τούτο δε με το – εσφαλμένο – σκεπτικό ότι, εφόσον στο νόμο δεν ρυθμίζεται η αποδυνάμωση ενός τέτοιου δικαιώματος, τότε δεν είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοιο δικαίωμα και επομένως τυχόν ρύθμιση της αποδυνάμωσης ενός (ανύπαρκτου) δικαιώματος θα ήταν άνευ αντικειμένου(!) και επομένως δεν μπορεί να ισχύσει το προαναφερθέν εξ αντιδιαστολής επιχείρημα (βλ. παραπάνω, αριθμ. 13). Κάτι τέτοιο θα μπορούσε επιπλέον να οδηγήσει, όσον αφορά τον δικαιούχο άλλου προγενέστερου δικαιώματος, σε διαιώνιση της προαναφερθείσας εσφαλμένης ερμηνείας και του (αντίστοιχου προς το άρθρο 32 του Ν. 2239/1994) άρθρου 31 του Σ/Ν (βλ. παραπάνω, αριθμ. 10-12).

28. Ενόψει του κινδύνου μιας τέτοιας εσφαλμένης ερμηνείας η ως άνω διαφορετική ρύθμιση της αποδυνάμωσης θα ήταν επιπλέον αντίθετη προς την ανάγκη παροχής τουλάχιστον ισοδύναμης προστασίας στον δικαιούχο άλλου προγενέστερου δικαιώματος, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι, κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της υπηρεσίας για τη διαπίστωση κάποιου από τους αναφερόμενους στο άρθρο 4 του Σ/Ν λόγους απαραδέκτου, είναι περισσότερο πιθανό να διαφύγει του αυτεπάγγελτου ελέγχου η ύπαρξη προγενέστερου δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 3 του Σ/Ν από ό,τι η ύπαρξη προγενέστερου σήματος ή προγενέστερης δήλωσης σήματος. Τούτο δε διότι η ύπαρξη προγενέστερου σήματος ή προγενέστερης δήλωσης σήματος μπορεί να διαπιστωθεί μέσω αναδρομής στα σχετικά βιβλία που τηρούνται στην υπηρεσία, δυνατότητα η οποία δεν υπάρχει όσον αφορά την ύπαρξη προγενέστερου δικαιώματος.

29. Ακόμα όμως και με βάση την (ορθότερη) άποψη, ότι η ως άνω διαφορετική ρύθμιση καθώς και το (αντίστοιχο προς το άρθρο 32 του Ν. 2239/1994)άρθρο 31 του Σ/Ν δεν θα στερεί σε κάθε περίπτωση τον δικαιούχο άλλου προγενέστερου δικαιώματος από το δικαίωμα να ζητήσει την απαγόρευση της (παράνομης) χρήσης μεταγενέστερου συγκρουόμενου σήματος και ότι η αποδυνάμωση αυτού του δικαιώματος θα είναι δυνατή υπό τις γενικές προϋποθέσεις που σύμφωνα με τη νομολογία και τη θεωρία, ισχύουν για κάθε άλλο δικαίωμα [μακρά αδράνεια του δικαιούχου, συνεπεία αυτής δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον υπόχρεο, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται πλέον να ασκήσει το δικαίωμά του και διαμόρφωση παγιωμένης οικονομικής κατάστασης υπέρ του υποχρέου, η ανατροπή της οποίας θα έχει ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον τελευταίο, βλ. ενδεικτικά Λιακόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, ε΄ έκδ. 2000, σελ. 122 επ., Μαρίνο, εις Δίκαιο Σημάτων (επιμ. Ν.Ρόκα), 1996, άρθρο 26, αρ.59, σελ. 301, και οι δύο με περαιτέρω παραπομπές], επισημαίνεται ότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι – τουλάχιστον εν μέρει - διαφορετικές από τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 παρ. 1 της οδηγίας. Συγκεκριμένα, οι προϋποθέσεις της δημιουργίας εύλογης πεποίθησης στον υπόχρεο, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται πλέον να ασκήσει το δικαίωμά του και της διαμόρφωσης παγιωμένης οικονομικής κατάστασης υπέρ του υποχρέου, η ανατροπή της οποίας θα έχει ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον τελευταίου δεν περιλαμβάνονται στην ως άνω διάταξη της οδηγίας, ενώ εξάλλου δεν προσδιορίζεται ακριβώς η απαιτούμενη διάρκεια της αδράνειας του δικαιούχου (η οποία στην οδηγία ορίζεται ρητά στα 5 έτη). Επομένως, η εφαρμογή των ως άνω διαφορετικών προϋποθέσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποκλίνοντα αποτελέσματα, όσον αφορά το επιτρεπτό της χρήσης του ίδιου μεταγενέστερου σήματος, ανάλογα με το αν ο προγενέστερος δικαιούχος προβάλλει δικαίωμα σε προγενέστερο σήμα ή σε «άλλο προγενέστερο δικαίωμα» (ιδίως δικαίωμα σε προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα του ουσιαστικού συστήματος).

30. Ενόψει αυτού, μόνο με ερμηνευτική εξομοίωση των ως άνω προϋποθέσεων προς αυτές της οδηγίας κατ’ εφαρμογή της αρχής της σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου (για τα όρια της σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου βλ. αντί πολλών Σουφλερό, ΕΕμπΔ 1998, 429, 438-440, τον ίδιο, ΔΕΕ 2009, 1169, 1174-1176 με περαιτέρω παραπομπές) θα μπορούσε να επιτευχθεί ισοδύναμη προστασία. Προς την κατεύθυνση αυτή μπορεί να συμβάλει και η πρόσφατη νομολογία του ΔΕΚ (τώρα ΔΕΕ), σύμφωνα με την οποία το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αν υπάρχει, στο εθνικό δίκαιο, κάποια διάταξη ή γενική αρχή που να απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την κατάχρηση δικαιώματος (σημ. του γράφοντος: όπως είναι η ΑΚ 281, ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής της οποίας αποτελεί η ένσταση αποδυνάμωσης δικαιώματος, βλ. αντί πολλών Λιακόπουλο,, ό.π., Μαρίνο, εις Δίκαιο Σημάτων, ό.π., άρθρο 26 αριθμ. 60, σελ. 301), η οποία θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία και, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής της διάταξης ή γενικής αρχής, να οδηγηθεί σε λύση σύμφωνη προς την οδηγία (βλ. ΔΕΚ, απόφ. της 5.7.2007, υποθ. C-321/05, Kofoed, σκ. 46-47). Σημειωτέον ότι η γενική αρχή της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος αναγνωρίζεται και στο κοινοτικό (τώρα «ενωσιακό») δίκαιο (βλ. ενδεικτικά σκέψη 38 της ίδιας ως άνω απόφασης Kofoed με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ, βλ. επίσης σχετικά Σουφλερό, Η απαγόρευση της κατάχρησης δικαιώματος και η σχέση της με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας στο κοινοτικό εταιρικό δίκαιο, ΕΕμπΔ 2000, 607-638).

31. Ανάλογα θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ισχύουν και για άλλες γενικές ρήτρες και αόριστες νομικές έννοιες που εμπεριέχονται και στην ΑΚ 281, όπως η καλή πίστη και η μη αντίθεση στα χρηστά ήθη [βλ. και προτάσεις της Γεν. Εισαγγελέως Kokkotστις υποθέσεις C-313/02, Wippel (σημ. 63 των προτάσεων) και C-268/06, Impact (σημ. 147 των προτάσεων)]. Η εφαρμογή των αρχών αυτών θα πρέπει να οδηγεί σε λύσεις ισοδύναμες με αυτές στις οποίες οδηγεί η επιφύλαξη της κακόπιστης κατάθεσης του μεταγενέστερου σήματος που προβλέπεται στη τελευταία φράση του άρθρου 9 παρ. 1 της οδηγίας και του άρθρου 18 παρ. 2 πρώτο εδάφιο του Σ/Ν («εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη»), η οποία (κακόπιστη κατάθεση) προβλέπεται άλλωστε και ως λόγος απαραδέκτου στο άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. δ΄ της οδηγίας καθώς και στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 3 παρ.2 στοιχ. β΄ του Σ/Ν.

32. Επιπλέον, η ως άνω σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία άλλων διατάξεων ή αρχών του εθνικού δικαίου θα πρέπει να συνοδεύεται και από την (έστω αναλογική)εφαρμογή και του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 18 παρ. 2 του Ν/Σ (που αναφέρεται στην αντίστροφη περίπτωση, βλ. παραπάνω, αριθμ. 21-22), κατ’ επιταγή και της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 3 της οδηγίας, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι ο μεταγενέστερος σηματούχος δεν θα έχει τη δυνατότητα να απαγορεύσει τη χρήση του «άλλου προγενέστερου δικαιώματος», ακόμα και αν εκείνο το δικαίωμα δεν θα μπορεί πλέον να προβληθεί κατά του μεταγενέστερου σήματος.

33. Αν πάντως τελικά δεν καταστεί δυνατή η επίτευξη ισοδύναμης προστασίας με τον ως άνω τρόπο [λόγω π.χ. εμμονής της νομολογίας στην απαρέγκλιτη εφαρμογή όλων των ως άνω (αριθμ. 29) προϋποθέσεων της αποδυνάμωσης δικαιώματος ακόμα και στην περίπτωση του δικαιούχου προγενέστερου δικαιώματος] και ενόψει του ότι η οδηγία δεν έχει οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα, οπότε δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της ευθέως (δηλ. χωρίς προηγούμενη προσήκουσα μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο) κατά του - κατά κανόνα ιδιώτη – αντιδίκου (βλ. σχετικά αντί πολλών Σουφλερό, Όψεις του καθέτου και του οριζοντίου αμέσου αποτελέσματος των κοινοτικών οδηγιών και συναφή ζητήματα, ΕΕμπΔ 1998, 429, 435 επ., με περαιτέρω παραπομπές), θα μπορούσε να γεννηθεί ζήτημα ευθύνης του κράτους προς αποζημίωση όποιου θίγεται από την πλημμελή μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και τη συνακόλουθη μη εφαρμογή των προϋποθέσεων αποδυνάμωσης που αυτή θεσπίζει (δηλ. εν προκειμένω, ανάλογα με την περίπτωση, του προγενέστερου δικαιούχου άλλου δικαιώματος ή του μεταγενέστερου σηματούχου). Ο τελευταίος θα μπορούσε δηλ. να στραφεί κατά του κράτους και, επικαλούμενος τις - εν προκειμένω σαφείς και ανεπιφύλακτες - σχετικές διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας που ισχύουν ως προς αυτόν και του απονέμουν αντίστοιχο δικαίωμα, να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη συνεπεία της ως άνω πλημμελούς μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο βάσει των αρχών της νομολογίας Francovich, Brasserie du pêcheur κλπ. [βλ. σχετικά αντί πολλών Σουφλερό, ΕΕμπΔ 1998, 438 (υποσημ. 31) με περαιτέρω παραπομπές].

3. Πρόταση συνολικής αναδιατύπωσης του άρθρου 18 παρ. 2 του Σχεδίου Νόμου

34. Ενόψει των παραπάνω επισημάνσεων και προς το σκοπό πλήρους εναρμόνισης προς την οδηγία κατά το πρότυπο των νομοθεσιών άλλων ευρωπαϊκών χωρών όπως η αγγλική (άρθρο 48 Trade Marks Act 1994) και η γερμανική (§ 21 MarkenG), αλλά και αποτροπής των ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων, στα οποία μπορεί να οδηγήσει η παράλειψη της τελευταίας καθώς και διασφάλισης της πλήρους αποτελεσματικότητας της προστασίας που παρέχει η οδηγία, η παράγραφος 2 του άρθρου 18 του Σ/Ν θα πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής:

Εδάφιο 1:

«Ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος, κατά την έννοια του άρθρ. 4 παρ. 2, ή άλλου προγενέστερου δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 3 του παρόντος νόμου, δεν έχει το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, για τις οποίες έχει καταχωρισθεί, εφόσον ανέχτηκε εν γνώσει του τη χρήση του σήματος αυτού για περίοδο πέντε συνεχών ετών, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη».

Εδάφιο 2:

«Ο δικαιούχος του μεταγενέστερου καταχωρισμένου σήματος δεν μπορεί να απαγορεύσει τη χρήση του προγενέστερου σήματοςή δικαιώματος».

19.5.2011


 Επιστημονικές εκδηλώσεις : Συνέδρια
Ο Σύνδεσμος διοργανώνει ετησίως ένα Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου, που διεξάγεται  σε επιλεγόμενη πόλη της Ελλάδος , συνήθως τέλη Οκτωβρίου - αρχές Νοεμβρίου ...διαβάστε περισσότερα

 Επιστημονικές εκδηλώσεις : Ημερίδες
Ο Σύνδεσμος διοργανώνει ετησίως δύο ημερίδες με επίκαιρα θέματα ...διαβάστε περισσότερα

 Επιστημονικές συναντήσεις
Τα μέλη του Συνδέσμου Ελλήνων Εμπορικολόγων στην προσπάθεια ανταλλαγής απόψεων και συνεχούς ενημερώσεώς των, συναντώνται σε τακτά (ανά δεκαπενθήμερο) χρονικά διαστήματα στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΔΣΑ (Ακαδημίας 60) ...διαβάστε περισσότερα

  Σύγχρονα ζητήματα της οικογενειακής επιχείρησης

25ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου
...διαβάστε περισσότερα

  Αναμνηστικός Τόμος Λεωνίδα Γεωργακόπουλου
Από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (MIET)
Τόμος I   |  Τόμος IΙ
Copyright 2005-2017 ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΛΟΓΩΝ | Developed by NOMIKI BIBLIOTHIKI WEB SERVICES